Πέμπτη, 03 Σεπτεμβρίου 2009

Αισθητική.

Αισθητική είναι ο τίτλος του βιβλίου, και όταν τ' ανοίγεις βλέπεις συμπληρωμένο ως υπότιτλο το Μαρξιστική - Λενινιστική. Εκδόσεις Φιλοσοφική σκέψη, Αθήνα 1962. Συντάχθηκε από επιστημονικούς συνεργάτες σε ινστιτούτα της ΕΣΣΔ, και ακαδημιών όπως αυτή των Καλών Τεχνών. Είναι ένα έργο πολύ βασικό σε θέματα αισθητικού προβληματισμού, αρκετά χρήσιμο σε εκπαιδευτικούς, μιας και η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος, και για να χτίσεις ηθικούς ανθρώπους πρέπει να τους κάνεις ανθρώπους με καλό γούστο. Το πόσο η ΕΣΣΔ έμεινε ένας παράδεισος γι' ανθρώπους με καλό γούστο είναι μια άλλη συζήτηση κι αφορά στην τραγωδία κάθε επανάστασης, αλλά αυτό εδώ το βιβλίο των 711 σελίδων + την ανεύρεση των πηγών, είναι ένα θαυμάσιο αλφαβητάρι κάθε ανθρώπου που θέλει να μυηθεί στα βασικά της Φιλοσοφίας της Τέχνης, με το βλέμμα στα έργα, όχι απλά ως αισθητικά γεγονότα, αλλά ως κομμάτια της ανθρώπινης Ιστορίας ενταγμένα μέσα στο ταξικό περιβάλλον που τα δημιούργησε. Παλιά τα νέα, θα μου πει κανείς, τώρα το ανακάλυψες; Το αγόρασα δεν θυμάμαι πότε, και το ξανακοίταξα, εκτιμώντας το ξανά. Και μόνο που θα διαβάσεις τη μετάφραση, θα πάθεις πλάκα. Εκφράσεις τύπου Η γνωριμιά με τα έργα Τέχνης, όλα τα λεφτά.

Κυριακή, 09 Αυγούστου 2009

The young Frankenstein.

Υπάρχει εβραϊκό χιούμορ, και αυτό χαρακτηρίζει τον Μελ Μπρουκς. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης είναι φορέας μια λαϊκής παράδοσης, που βρίσκει τους κωμικούς της Νέας Υόρκης, τους οποίους γνώρισε καλά, κατέχει τον αμερικάνικο γιντίσικο αυτοσαρκασμό, και πέτυχε να φτιάξει, με όλα αυτά τα στοιχεία, την τελειότερη κωμωδία στην Ιστορία του Κινηματογράφου. Προσέχει κανείς μόνο τη σκηνή που οι πολίτες του χωριού, πριν μιλήσει ο επιθεωρητής Kemp, μιλάνε με την ίδια σημειολογία με την οποία ο Ιουδαίος Μπρουκς μεγάλωσε, ως εφιάλτη κατά των Εβραίων. Ο λαϊκός μαλάκας που αναπαράγει την προκατάληψη της μερίδας αυτής που συνωμοτεί ενάντια στο λαϊκό συμφέρον, η πλέον φασίζουσα αντίληψη, και μάλιστα στην πιο χαρακτηριστική της φόρμα, αυτής κατά των επιστημόνων και των διανοούμενων. Πολύ συχνά θα ακούσει κανείς από λαϊκιστές φασίζοντες κατά των θολοκουλτουριάρηδων προφεσσόρων, που αποστασιοποιημένοι από τα προβλήματα του κοσμάκη, τον βλάπτουν. Το τέρας γεννιέται και παρουσιάζεται. Ο Gene Wilder είναι θεϊκός. Πόσες φορές πρέπει να δεις αυτό το φιλμ για τα πιάσεις όλα; Όπως θα έλεγε και ο Βυζάντιος, να το στείλουμε στην ακαδέμια τζη Μπάντοβας. Ας ψάξουμε καλύτερα το φιλμ, μιλάει για τον Φασισμό.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Μια βραδιά στον Άι Βασίλη είχαν στεφανώματα. Ιστορία τύχης II. Μαρία η Λόλα. .

Η Μαρία δούλευε όπου έβρισκε. Προκομμένο παιδί. Πανέμορφη. Με πρόστυχη ομορφιά. Λιγνή. Και με μια βλάχικη προφορά που έσπαγε τις καρδιές των πρωτευουσιάνων σαν καρύδια. Αυτό το περίεργο αξάν της. Αυτό καύλωνε.

Ο Θάνος είχε μαγαζί. Καφενεδάκι. Απέναντι από την εκκλησία. Μάλιστα, έβαζε στη σχάρα και τα κάρβουνα, κι έφτιαχνε πολύ ωραία μεζεδάκια. Πέρναγες απ' έξω και έλεγες "Αμάν, φέρτε μου ένα πλοκάμι τώρα, για θα το ρίξω". Είχαν τσοντάρει οι γονείς κι ο Θάνος άνοιξε το καφενείο, κι αποφάσισε να το δουλέψει με όρεξη. Παρά το αταίριαστο για την ηλικία του πήρε σοβαρά τον ρόλο του καφετζή κι έγινε αγαπητός στην περιοχή. Old fashion μορφονιός. Λαϊκός. Συνοικιακός. Εργατικός. Και χωρίς πολλές μαλακοφιλοδοξίες. Σου λέει, "Να βρω και μια γκόμενα να πηδιέμαι καλά, και να της κάνω καμιά οικογένεια, να βγαίνει μεροκάματο, και να ζήσω όπως ζουν επί αιώνες οι Άνθρωποι". Δεν ήταν κάνας αμόρφωτος. Κάθε άλλο, και μια σχολή του κώλου είχε τελειώσει, και τ' αγγλικά του τα είχε, και ψιλογαλλικά, και το διάβασμα του άρεσε. Απλά, ήταν παλαιάς κοπής. Κι αυτό του στερούσε γοητεία.

Η Μαρία, κι αυτή μια λαϊκαντζούρα ήταν. Ούτε μία δεν έπιανε σε περιεχόμενο κι αρχοντιά τον Θάνο. Ούτε τις έκοβε να καταλάβει τις Ειδήσεις. Αλλά ήταν πολύ, πολύ καυλόμουνο. Ψυχρός εκτελεστής.

Τα βράδια μαζευόντουσαν σ' ένα κλαμπάκι της περιοχής, από αυτά που ξεκινάν με Dire Straits για να καταλήξουν στον Τερζή, κι ακόμα χειρότερα, στον Καφάση και τον Μπουγά. Εκεί ήρθε να δουλέψη η Μαρία. Μπαργούμαν. Καινούρια μπαργούμαν σήμαινε με απλά λόγια, όλοι οι πετεινοί, να, κάτι χαμόγελα, φιγούρα και μαγκιά συνδυασμένη με ευγένεια προς το καινούργιο πρόσωπο, και κυρίως, ελπίδες να γαμήσουνε. Τώρα θα μου πεις, είχαν περάσει 128.786 μπαργούμαν, και ζήτημα να γάμησαν 3 ως 4 άτομα, μια, δυο βολές. Ε, και; Τελειώνει αυτό; Η ελπίς πεθαίνει τελευταία, λένε. Και καλά κάνει.

Η Μαρία στα γράμματα, στα βιβλία, στα πολιτικά, δεν καταλάβαινε. Χριστό. Αλλά έκοβε το ματάκι της. Ήξερε να είναι διπλωματική. Να φέρεται. Να συντηρεί σε όλους ελπίδες. Να τους κρατά, όμως, και σε απόσταση. Ό,τι ήθελε ο αφέντης του κλαμπακίου δηλαδή. Κι εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτός το πρόβλημά του. Να του κάτσει η Μαρία. Αλλά ως κιμπάρης και τζέντλεμαν του δημοτικού διαμερίσματος, κράταγε κι αξιοπρέπεια. 'Αλλωστε ήταν από αυτούς που πηδούσαν σταθερά. Οπότε, αν το Μαράκι τ' αποφάσιζε, αυτόν θα έπαιρνε, και για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και λόγω βιογραφικού.

Ο Θάνος πήγαινε, λοιπόν, στο μπαράκι.

Ο Θάνος όπως είπαμε, δεν ήταν μπαγλαμάς. Και σινεμά πήγαινε, και τον Βούλγαρη τον ήξερε, ότι υπάρχει, και μικρός είχε κάνει και σε ΟΒα, οπότε, είχε έναν σεβασμό στα Γράμματα. Κι επειδή η Μαριώ η μπαριέρισσα ήταν κουτοπόνηρη, μπορεί να μην καταλάβαινε σε τι χρησιμεύει να ξέρεις τον Βούλγαρη, αλλά ήξερε πως αν τον ξέρεις μιλάς αλλιώς, σε βλέπουν κι άλλοι Άνθρωποι να ,μιλήσουν μαζί σου, και γενικώς δεν είσαι τσοπάνης όπως οι άλλοι που παν εκεί. Όχι όλοι βέβαια. Οι περισσότεροι. Κι ο Θάνος ήταν κι ωραίο παιδί. Δεν είχε το τσογλανίστικο βεβαίως, είχε μια σεμνότητα και μια σοβαρότητα. Αλλά αυτό αντιστάθμιζε το ξενέρωμα από καύλα, μ' αίσθημα ασφάλειας, κύρος, και θαυμασμό. Ψιλοτράβαγε και μια κοπέλα. Ε, τον πρόσεξε η Μαρία. Να κάτι κερασματάκια σε σφηνάκι. Να κάτι κουβεντούλες. Ο Θάνος δεν πολυψάρωσε, για πολλούς λόγους. Πρώτο, διότι η μπάρα δεν έχει θεό ούτε φιλότιμο. Δεύτερο, μην γκρινιάζει η ψιλοέτσι που τράβαγε. Γιατί, μπορεί να μην πολυήταν μαζί αλλά ήταν καλό κορίτσι, και το σκεφτόταν, αν δεν έβρισκε κάτι καλύτερο, να την κρατήσει. Τρίτον, ο κόσμος είναι ζηλόφθονος. Ούτε τ' αφεντικό θα γούσταρε, ούτε οι άλλοι. Κι αν σε βάλει στο στόμα η κοινωνία των Ανθρώπων, θα σου βγει και τ' όνομα, και το μάτι. Πότε, σου λέει, συντηρητικά και μουλωχτά, κι αν κάτσει, έκατσε.

Ρεπό είχε η Μαρία. Και κανόνισαν να παν σινεμά με τον Θάνο. Άκου πράγματα. Το μαγαζί, μια-δυο φορές τη βδομάδα, το είχε ο πατέρας του αν χρειαζόταν. Πήγαν, είδαν μια μαλακία στον κινηματογράφο. Πρώτο βράδυ, την πήδηξε. Πράγματα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Η άλλη του' χε σπάσει τ' αρχίδια μέχρι να του κάνει πίπα. Κι η Μαρία την πρώτη νύχτα του πηδήχτηκε σαν πρωταγωνίστρια σε τσόντα. Δηλαδή, έλεγε ο μικρός, δεν υπήρχαν αυτά, παρά μόνο στα έργα. "Τώρα βλέπω ότι γίνονται". Γιατί, μαλακάκος ήταν, εδώ που τα λέμε, σε τούτα τα θέματα. Τι του 'λεγε, " Ξέσκισέ με, ψωλαρά μου, χτύπα με και ταπείνωσέ με", έπαθε μουνόπλακα, ο καφετζής. Επειδή όμως είχε και λίγο μυαλό έκανε ρέγουλα. Σου λέει, ένα βράδυ πηδηχτήκαμε, μπορεί σε 2 μέρες να μη με ξέρει. Δεν είναι η Βίκυ που αν σου κάνει ένα πήδημα βγαίνει και λέει στις φίλες ότι τα' φτιαξε. Εδώ η Μαρία είχε γράψει κάποια km όπως δείχνει η κατάρτησις. Κι ορθά σκέφτηκε, όπως κάθε σώφρων άνδρας. Φόρεσε και το προφυλακτικό του, μην κολλήσει κάνα παράσημο, και την άλλη μέρα ήταν κύριος.

Στην αρχή δεν πολυπήγε στο μπαρ. Μη νομίζει η Μαρία ότι ζητάει κάτι παραπάνω κι αισθανθεί πιεσμένη.

Η Μαρία βάρεσε καψούρα με τον Θάνο. Κι η μία-δύο γίναν 5, 20. Ο Θάνος τη χώρισε και τη Βικούλα.

-Καλά, να χωρίσουμε, το καταλαβαίνω. Αλλά να με χωρίσεις γι' αυτό το... Το ξέκωλο, την πουτάνα, δεν το δέχομαι.

-Ρε Βίκυ, θα χωρίζαμε για έναν λόγο. Τι έγινε δηλαδή;

-Τελικά, οι άντρες, α σας καλογαμηθεί μια, τυφλώνεστε.

-Δεν είναι έτσι ρε Βίκυ. Είμαι πιο χαλαρός, ρε Βίκυ. Εσύ με σφίγγεις.

-Ρε α, στο Διάολο.

Κι η Βίκυ έκλαψε έναν μήνα. Και μετά συνέχισε να ζει όπως όλος ο κόσμος.

Στην αρχή δειλά, μετά φανερά, ο Θάνος κι η Μαρία ήταν πλέον ζευγάρι κανονικότατο. Ο πατέρας του Θάνου, ο κύριος Χρήστος, στράβωσε.

-Εμένα αυτό το κορίτσι δεν μου αρέσει.

-Τι έχει, ρε πατέρα;

-Κοίτα, η Βίκυ είχε τα στραβά της, αλλά δεν ήτανε κάνα πουτανάκι. Αυτή εδώ βρωμάει από μακριά ότι είναι.

-Λόγω δουλειάς; Και φοιτήτριες κάνουν τέτοια δουλειά. Τι να κάνει, δηλαδή;

-Καλά, ό,τι νομίζεις. Τη γνώμη μου στην είπα.

Όσο πέρναγε ο καιρός ο Θάνος τη συνήθιζε. Κι η Μαρία τον Θάνο. Κι ενώ στην αρχή κανείς δεν ένιωθε δεσμευμένος, όλα ήταν μια περιπέτεια όμορφη, σιγά-σιγά άρχισαν τα κτητικά, οι γκρίνιες, οι σκηνές.

Πέρναγε ο καιρός, κι η Μαρία πήρε πόδι απ' το μαγαζί. Έπιασε δουλειά μακριά. Σε άλλη περιοχή. Είχε καινούργια πρόσωπα να γνωρίσει. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Ο Χαζοθάνος είχε αρχίσει να την μπάζει στον ρόλο της μελλοντικής συζύγου καφετζή. Είχε πειστεί ότι έχουν δεσμό, ότι την έστρωσε, κι ότι θα τη κάνει και κυρά σοβαρή και μετρημένη. Ε, αυτά δεν περνάνε. Διότι, η πουτάνα, έλεγε ο λαός, το γαμήσι δεν το κόβει. Και δε φταιν τα κορίτσια, έτσι είναι η ζωή. Και καλώς πράττουν. Μαλάκες είναι όσοι παν να φυλακίσουν ένα ηφαίστειο σε μια κουζίνα και μια κρεβατοκάμαρα. Αν μάθεις να ζεις άναρχα μπορείς να φορέσεις χαλινάρι; Μπορείς. Αλλά μόνο με τη θέλησή σου. Μόλις κάποιος στο παίξει μπασκίνας, παπάς, πατέρας, θα κλοτσήσεις. Δεν γίνεται. Κι ο Θάνος διέπραξε την ύβρη. Σφάλμα πρώτο, τη φόρτωσε με κοινωνικό ρόλο. Η Μαρία δεν το μπορούσε. Το ήθελε, ονειρευόταν κι αυτή να γίνει μια νοικοκυρά-μάνα, να τη βλέπουν και να τη θεωρούν νόμιμη, αλλά δεν το άντεχε ο οργανισμός της. Σφάλμα δεύτερο, η Μαρία ήθελε να τον ποθεί τον άντρα, όχι να τον έχει δεδομένο. Αυτός ο μπουνταλάς ούτε γύριζε να κοιτάξει άλληνα από τότε που τα φτιάξανε.

Μάλωσαν. Τα ξανάφτιαξαν. Τέλος πάντων, κάτι οι πιέσεις των δικών απ' το χωριό, κάτι ο συναισθηματικός εκβιασμός που ασκούσε ο Θανούλης στη Μαρία, κανόνισαν τον Γάμο. Στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου, απέναντι απ' το καφενεδάκι. Σίγουρος ότι μπαίνουν τα πράγματα στο σωστό δρόμο και νικητής στο σκίσιμο της γάτας, ο Θάνος, ως νόμιζε, άρχισε να κόβει της Μαρίας και τα νυχτερινά μεροκάματα. Να τα κόβει. Ε, πώς διάολο, σου λέει, η σύζυγος θα πηγαίνει να βάζει σφηνάκια και να χορεύει στην μπάρα για τον κάθε σαπιοκοιλιά ξενύχτη...

Λίγο καιρό πριν το Γάμο όλα πήγαιναν ρολόι. Ως ότου μια μέρα, μια παρέα, 3 γνωστοί του Θάνου, βρέθηκαν στη Λάρισα. Εκεί πήγαν να πηδήξουν, σ' ένα καλυμμένο μπουρδέλο που εργαζόταν πολύ κυριλέ. Ήταν οι μέρες που η Μαρία θα πήγαινε να κάτσει λίγο στης φίλης της τής Αλέκας, στη Λάρισσα. Κι έσπασε ο κερατάς στο ποδάρι του και βρέθηκαν. Πελάτες και προσωπικό. Καλοπληρωμένο, για ομαδικό. Ορίστε; Οι φίλοι ήταν παλιοί συμμαθητές, είχαν χαθεί, και δεν έτυχε να προλάβουν να γνωρίσουνε τη Μαρία. Τράβηξαν κι ωραίες φώτο από το κινητό, με τρόπο. Τράβηξαν και βιντεάκι. Να 'χουν να θυμούνται την παρτούζα. Επειδή οι θεοί αρέσκονται να σκηνοθετούν τη ζωή με μεφιστοφελικό timing, κι επειδή ηδονίζονται να τιμωρούν τον υβριστή των νόμων της Φύσεως, το επίμαχο βίντεο περίμενε λίγο ως να φτάσει στα μάτια του Θάνου.

Αυτός δεν μίλησε. Δεν είπε καν, πως είναι η μέλλουσα κυρά του. Πήγε, τη βρήκε. Κι έγινε μπροστά της μια δεκάρα άνθρωπος. Αντί να την πετάξει έξω αγνοώντας και τον κόσμο, και τον Γάμο που ερχόταν προσεχώς, της ζήτησε τον λόγο, της έκλαψε, της εξέφρασε την ξεφτίλα που ένιωθε.

Την αγαπούσε ο καημένος. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ακόμα κι αν ήξερε ότι έκανε την πουτάνα -και μάλιστα χωρίς να έχει ιδιαίτερη ανάγκη από λεφτά, δηλαδή πουτάνα από χόμπι, σαν να λέμε- την ικέτεψε να ξεχαστούν όλα και να γίνει ο Γάμος. Τρομερά πράγματα. Αυτή, δεν πίστευε στα μάτια και στ' αυτιά της. Θα περίμενε να την πλακώσει. Να την μαχαιρώσει. Να την ταπεινώσει. Κι αυτός, ο μαλάκας, αυτοταπεινώνονταν μπροστά της κλαίγοντας και παρακαλώντας.

Η Μαρία ντράπηκε. Ντράπηκε κυρίως για την κατάσταση του Θάνου. Η χειρότερη ταπείνωση μιας γυναίκας είναι η απόλυτη ξεφτίλα του αρσενικού της. Πήρε 2 πράγματα κι έφυγε.

Την άλλη μέρα πήγε σαν κυρία και μίλησε στους γονείς του Θάνου. Και είπε την πάσα αλήθεια. Να, Θε μου, είναι, υπάρχουν κατ ώρες που η ντροπή σε σκεπάζει και δεν είσαι πια άνθρωπος, μα σκουπίδι. Διότι στη ζωή όλα τα σιάχνει η προπαρασκευή. Είσαι προετοιμασμένος για την απόλυτη ανθρώπινη ξεφτίλα; Θα ζήσεις σαν άνθρωπος. Αντίθετα, όσο πιο κολλαριστά τα σιάχνεις στο τραπέζι της παιδείας σου, τόσο θα ντραπείς αργότερα. Δεν ντρέπεσαι ποτέ για την κατάντια σου. Για τη βλακεία σου ντρέπεσαι, που δεν ήξερες πώς είναι στα μέσα του ο Άνθρωπος. Τι να σκεφτούν οι απλοί οι άνθρωποι, πάνω στην ανθρώπινη αναξιοπρέπεια! Όσοι το καταφέρνουν παν ένα βήμα πάνω ή παν στη φυλακή.

Κι είναι αυτά τα ρημάδια, τ' απογεύματα. Στον κηπάκο του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου. Με τις νεραντζιές. Με τα παιδιά που παίζουν τη μπάλα.

Χτυπούν οι καμπάνες για Εσπερινό. Κι η κυρά Ντίνα, μάννα του Θάνου και σύζυγος του κυρ Χρήστου, βγαίνει από το σπίτι.

Δεν ντρέπεται όπως ο μαλάκας ο γιος της. Όχι. Αυτά είναι παλιά γνώση για την κυρά Ντίνα.

Η κυρία Ντίνα άναψε μετά από πολλά χρόνια τσιγάρο. Βγήκε κι ο μπάρμπα Χρήστος κι άναψε κι αυτός. Αλλά εκείνος το' χε, ούτως ή άλλως, συνήθεια. Μιλήσαν κάμποση ώρα.
Και βρήκαν τη λογική λύση. Ό,τι έγινε γίνηκε. "Πάμε γι' άλλα". 'Ετσι μάθαν στη ζωή να σκέφτονται, έτσι συλλογίστηκαν. Έλα που ο ζορμπάς ο Θάνος το' χε δέσει. Ήταν θέμα εγωισμού. Και ρωτώ οποιονδήποτε που διαβάζει ψύχραιμα τούτες τις γραμμές. Θα το εξετάζατε ψύχραιμα; Αρχίδια, λέει ο αφηγητής.

Κι επέλεξε να γίνει ρεζίλης ο Αθανάσιος. Να παντρευτεί ο δούλος της μαλακίας την δούλη της ευχαρίστησης, Μαρία. Αχ, Μαρία.

Σηκώθηκε ο Θάνος. Και πήγε στο χωριό. Μίλησε στους γονείς της Μαρίας. Γεωργοί άνθρωποι. Τι να πουν... Τον καλοθέλαν.

Η Μαρία δε ξανάκλαψε ποτέ, όσο εκείνες τις μέρες. Γιατί ήξερε "Τι κακό έκαμε στο παιδί και την οικογένειά του". Απλά, αυτή ήταν η φύση της. Τι να κάνει;

Το βράδυ του Γάμου, στον Άι Βασίλη, έγιναν τα στεφανώματα. Κι η Μαριώ έγινε κορώνα-βασίλισσα στο πλευρό του μαλάκα - Θάνου. Και δεν ξανάκανε πουτανιές. Όχι επειδή ο Θάνος την παντρεύτηκε με το στανιό. Επειδή είδε, για πρώτη φορά στη ζωή της, πόσο ένας προκομμένος άντρας μπορεί να πέσει χαμηλά, για να την κάνει κυρία. Περιπτώσεις σαν του Θάνου δικαιώνονται μία στο κατομμύριο. Ο Θάνος το ήξερε, κι εμπιστεύτηκε την καρδιά του. 'Ετυχε, ήθελε ο Θεός, και του' κάτσε. Η πρώην του παντρεύτηκε έναν μπαγλαμά. Του τα φόρεσε ουκ ολίγες φορές. Η Μαρία έβλεπε και χαμογελούσε. Την ένιωθε τη Βίκυ, όπως και κάθε γυναίκα. Αυτή ήταν πια ευτυχισμένη, ήσυχη. Κι όταν κάποιοι καλοθελητές κάτσαν στο καφενείο για να κάνουν κομμάτι, τα παιδιά τους έφεραν ό,τι ζητήσαν μ' ευγένεια. Ένα είναι σίγουρο. Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Πως τα παιδιά τους θα γίνουν πιο τίμια από τα παιδιά των άλλων, καλών παιδιών. Ας είναι καλά, στη γειτονιά τους, απέναντι από τον Άι Βασίλη. Τους βλέπω συχνά, και τα πίνουμε λέγοντας τα παλιά, τα καινούρια, και τ' ανύπαρκτα.

Τετάρτη, 04 Μαρτίου 2009

Πειράζει;

Δεν ήμουν ποτέ από αυτούς που είδαν τον Ντέμη με αρνητικό βλέμμα. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που αποδεδειγμένα αγάπησε το Ποδόσφαιρο και την ΑΕΚ, αποφάσισε να γίνει πρόεδρός της. ΟΚ. Ο Νικολαΐδης έφυγε. Στ' αρχίδια μας, κι όταν λέω Στ' αρχίδια μας, δεν εννοώ ότι μειώνω τον Θεμιστοκλή ως προς το έργο του. Εννοώ ότι αφού δεν είχε τις σακούλες να κρατήσει μια ΠΑΕ ΑΕΚ, καλά έκανε και την κοπάνησε. Γράφονται διάφορα περί υπολειμμάτων του ντεμοτεχνείου. Ίσως είναι λογικό, ο Ντέμης να συντηρεί κάποιες δυνάμεις εδώ κι εκεί, που μιλάν περί επιστροφής του κλπ, κλπ, κλπ. Οφείλουμε να πούμε όμως μια αλήθεια. Η ΑΕΚ φέτος, τουλάχιστον όπως διαβάζω, διότι δεν μπορώ να τη δω στην κωλοϊταλία, δεν παίζει καλύτερο ποδόσφαιρο από πέρσι, παίζει χειρότερο. Πέρσι ως την τελευταία αγωνιστική απείλησε τον Ολυμπιακό ο οποίος έχει γίνει μέτρο αξιολόγησης για το ελληνικό ποδόσφαιρο, και δικαίως, ενώ φέτος είναι ένα επίπεδο πιο κάτω, τουλάχιστον όπως δείχνουν οι αριθμοί, τους οποίους πιστεύω σαν θεούς. Θα μου τη σπάσει τρομερά, αν ανακαλύψουν κάποιοι άμπαλοι ότι τους φταίει ο Μπάγεβιτς, όπως μου την είχε σπάσει όταν τους έφταιγε ο Φερέρ, ο Δώνης, ο σέσκουλας κι ο μέντουλας. Πολύ απλά, πειράζει να πούμε ευθέως ότι ο ΟΣΦΠ είναι ένα επίπεδο πιο πάνω απ' τις ομάδες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα;

Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2009

O καλός, από τους τρεις του γουέστερν.

Take the money and run. Όλοι οι Νεοέλληνες κρύβουν έναν καταπιεσμένο Παλαιοκώστα. Ούτε να σκοτώσουν θέλουν, ούτε κανέναν να πειράξουν. Να πάρουν μια φορά την τσάντα με τα μπερντέ και να τη σπάσουν σ' αυτόν το πούστη τον φορατζή και τον αστυνόμο, γνήσιους απογόνους των Οθωμανών απεσταλμένων, και ο Ρωμιός, original απόγονος του Έλληνα ραγιά, ονειρεύεται να γίνει Κλέφτης στα βουνά, και φτιάχνει τραγούδια και θρύλους για όσους το καταφέρνουν να το σκάσουν απ' τη φυλακή του πασά και να παν σε κάποιο δάσος, ύψωμα, βουνό, να κρυφτούν, να περάσουν από ένα χωριό, να πάρουν ένα καινούριο άλογο, και να χαθούν πάλι στα δάση, καλλιεργώντας το θρύλο τους, όπως κάποτε οι Κολοκοτρωναίοι, ή δεν ξέρω ποιοί. Η ελευθερία δεν είναι πάντοτε προϊόν ομορφονιών με ακαδημαϊκό όραμα και άρθρωση, όπως ο Τσε Γκεβάρα, και η Κλεφτουριά στη Κούβα, στο Μεξικό, στη Νικαράγουα, δεν είναι απαραίτητα φρόνιμα παιδιά με ηθικοπλαστικές ομιλίες τύπου ΚΝΕ. Πολύ συχνά είναι αυτό που εμείς, οι νορμάλ άνθρωποι λέμε Εγκληματίες. Και βέβαια ο Παλαιοκώστας, απ' ό,τι ξέρω, δεν έχει σκοτώσει κανέναν. Τα λεφτά τους πήρε. Τα μπικικίνια. Έκανε, δηλαδή, ότι θέλει να κάνει οποιοσδήποτε καφενόβιος. Με τις υγείες μας.

Ο Αμερικάνος Kurt Weill.

Η μουσική του Kurt Weill είναι η πιο αμερικάνικη γερμανική μουσική που μπορεί να γίνει. Κλείνει μέσα της όλη την τρέλα του ιουδαϊκού μπιτ, το στοιχείο της ανατροπής και του απρόβλεπτου, και στο τέλος μένει η λογιότητα να νομιμοποιήσει αυτό που σε άλλη περίπτωση θα γινόταν κοκτέιλ μολότοφ και θα έσκαγε φέρνοντας καταστροφή. Ο Weill έκανε μεγάλο σπάσιμο σε όσους τον ανέφεραν ως Γερμανό μουσικοσυνθέτη, κι είχε δίκιο, στο κάτω-κάτω, για ένα δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ζούμε, άσε που η μουσική που έγραψε στις ΗΠΑ ήταν καθαρά αμερικάνικη, αν μπορούμε και δικαιούμαστε να δίνουμε εθνικότητα στις νότες. Είδα, κάπου στη δεκαετία του '90, στην Αθήνα, μια ελεεινή παράσταση της Dreigroschenoper και η δύναμη της μουσικής του ήταν τόσο μαγική, που έμεινα ως το τέλος και δεν ανέβασα πυρετό, μονάχα για πάρτη της, και για μία ηθοποιό, για να πω την αλήθεια. Στα μουσικά θέματα του Weill συμβαίνει ό,τι και στις ΗΠΑ: Τα πάντα. Ασχήμιες, ομορφιές, βιαιότητες, ευαισθησίες, πολιτικές ανησυχίες, αβανγκάρντ, ειρωνεία, σοβαρότητα, υποκρισία... Οι νότες του είναι ένα καλά και ξύπνια παλικαράκια που τρέχουν και πετυχαίνουν το θαύμα, όπως μόνο στην Αμερική μπορούσε να γίνει κάποια χρόνια.

Ιωάννης Christoph Adelung.

Ο Ιωάννης Christoph Adelung (1732-1806) γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτό που λέμε σήμερα Ανατολική Γερμανία. Το σημαντικότερο επιστημονικό του έργο είναι το Γραμματικό-κριτικό λεξικό της επίσημης γερμανικής διαλέκτου*, ένα έργο που θεωρείται κάπως επιλεκτικό εκ μέρους του συγγραφέα, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρει ακόμα και σήμερα τα μέγιστα στην επιστημονική μελέτη της γερμανικής γλώσσας. Και μην ξεχνάμε την περίφημη Adelungsche-s-Schreibung, που αφορά στη γραφή του σίγμα ως ss ή Eszett, η οποία αναθεωρήθηκε μόλις το 1996. Από το 1901 ως το 1996, σε όλες τις γερμανόφωνες περιοχές εκτός από τις ελβετικές. Η προσφορά του στη Φιλολογία είναι τεράστια όπως είπα, και να συμπληρώσω πως ο Adelung ήταν γιος Προτεστάντη παπά, και ότι δούλεψε και ως βιβλιοθηκάριος. Ο ίδιος πίστευε ότι πρέπει να γράφει κανείς όπως μιλάει, αλλά και να διαβάζει όπως τα βλέπει γραμμένα. Μεγάλη ανακατωσούρα, αν σκεφτεί κανείς τις αντίστοιχες σκέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη για τη μεταρρύθμιση της ελληνικής ορθογραφίας σχετικά με τους τόνους. Το περίφημο λεξικό του βγήκε σε πέντε τόμους και το τελείωσε το 1786. Πέθανε στη Δρέσδη.

*Grammatisch - kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart.