Παρασκευή, 20 Μάρτιος 2009

Μια βραδιά στον Άι Βασίλη είχαν στεφανώματα. Ιστορία τύχης II. Μαρία η Λόλα. .

Η Μαρία δούλευε όπου έβρισκε. Προκομμένο παιδί. Πανέμορφη. Με πρόστυχη ομορφιά. Λιγνή. Και με μια βλάχικη προφορά που έσπαγε τις καρδιές των πρωτευουσιάνων σαν καρύδια. Αυτό το περίεργο αξάν της. Αυτό καύλωνε.

Ο Θάνος είχε μαγαζί. Καφενεδάκι. Απέναντι από την εκκλησία. Μάλιστα, έβαζε στη σχάρα και τα κάρβουνα, κι έφτιαχνε πολύ ωραία μεζεδάκια. Πέρναγες απ' έξω και έλεγες "Αμάν, φέρτε μου ένα πλοκάμι τώρα, για θα το ρίξω". Είχαν τσοντάρει οι γονείς κι ο Θάνος άνοιξε το καφενείο, κι αποφάσισε να το δουλέψει με όρεξη. Παρά το αταίριαστο για την ηλικία του πήρε σοβαρά τον ρόλο του καφετζή κι έγινε αγαπητός στην περιοχή. Old fashion μορφονιός. Λαϊκός. Συνοικιακός. Εργατικός. Και χωρίς πολλές μαλακοφιλοδοξίες. Σου λέει, "Να βρω και μια γκόμενα να πηδιέμαι καλά, και να της κάνω καμιά οικογένεια, να βγαίνει μεροκάματο, και να ζήσω όπως ζουν επί αιώνες οι Άνθρωποι". Δεν ήταν κάνας αμόρφωτος. Κάθε άλλο, και μια σχολή του κώλου είχε τελειώσει, και τ' αγγλικά του τα είχε, και ψιλογαλλικά, και το διάβασμα του άρεσε. Απλά, ήταν παλαιάς κοπής. Κι αυτό του στερούσε γοητεία.

Η Μαρία, κι αυτή μια λαϊκαντζούρα ήταν. Ούτε μία δεν έπιανε σε περιεχόμενο κι αρχοντιά τον Θάνο. Ούτε τις έκοβε να καταλάβει τις Ειδήσεις. Αλλά ήταν πολύ, πολύ καυλόμουνο. Ψυχρός εκτελεστής.

Τα βράδια μαζευόντουσαν σ' ένα κλαμπάκι της περιοχής, από αυτά που ξεκινάν με Dire Straits για να καταλήξουν στον Τερζή, κι ακόμα χειρότερα, στον Καφάση και τον Μπουγά. Εκεί ήρθε να δουλέψη η Μαρία. Μπαργούμαν. Καινούρια μπαργούμαν σήμαινε με απλά λόγια, όλοι οι πετεινοί, να, κάτι χαμόγελα, φιγούρα και μαγκιά συνδυασμένη με ευγένεια προς το καινούργιο πρόσωπο, και κυρίως, ελπίδες να γαμήσουνε. Τώρα θα μου πεις, είχαν περάσει 128.786 μπαργούμαν, και ζήτημα να γάμησαν 3 ως 4 άτομα, μια, δυο βολές. Ε, και; Τελειώνει αυτό; Η ελπίς πεθαίνει τελευταία, λένε. Και καλά κάνει.

Η Μαρία στα γράμματα, στα βιβλία, στα πολιτικά, δεν καταλάβαινε. Χριστό. Αλλά έκοβε το ματάκι της. Ήξερε να είναι διπλωματική. Να φέρεται. Να συντηρεί σε όλους ελπίδες. Να τους κρατά, όμως, και σε απόσταση. Ό,τι ήθελε ο αφέντης του κλαμπακίου δηλαδή. Κι εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτός το πρόβλημά του. Να του κάτσει η Μαρία. Αλλά ως κιμπάρης και τζέντλεμαν του δημοτικού διαμερίσματος, κράταγε κι αξιοπρέπεια. 'Αλλωστε ήταν από αυτούς που πηδούσαν σταθερά. Οπότε, αν το Μαράκι τ' αποφάσιζε, αυτόν θα έπαιρνε, και για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και λόγω βιογραφικού.

Ο Θάνος πήγαινε, λοιπόν, στο μπαράκι.

Ο Θάνος όπως είπαμε, δεν ήταν μπαγλαμάς. Και σινεμά πήγαινε, και τον Βούλγαρη τον ήξερε, ότι υπάρχει, και μικρός είχε κάνει και σε ΟΒα, οπότε, είχε έναν σεβασμό στα Γράμματα. Κι επειδή η Μαριώ η μπαριέρισσα ήταν κουτοπόνηρη, μπορεί να μην καταλάβαινε σε τι χρησιμεύει να ξέρεις τον Βούλγαρη, αλλά ήξερε πως αν τον ξέρεις μιλάς αλλιώς, σε βλέπουν κι άλλοι Άνθρωποι να ,μιλήσουν μαζί σου, και γενικώς δεν είσαι τσοπάνης όπως οι άλλοι που παν εκεί. Όχι όλοι βέβαια. Οι περισσότεροι. Κι ο Θάνος ήταν κι ωραίο παιδί. Δεν είχε το τσογλανίστικο βεβαίως, είχε μια σεμνότητα και μια σοβαρότητα. Αλλά αυτό αντιστάθμιζε το ξενέρωμα από καύλα, μ' αίσθημα ασφάλειας, κύρος, και θαυμασμό. Ψιλοτράβαγε και μια κοπέλα. Ε, τον πρόσεξε η Μαρία. Να κάτι κερασματάκια σε σφηνάκι. Να κάτι κουβεντούλες. Ο Θάνος δεν πολυψάρωσε, για πολλούς λόγους. Πρώτο, διότι η μπάρα δεν έχει θεό ούτε φιλότιμο. Δεύτερο, μην γκρινιάζει η ψιλοέτσι που τράβαγε. Γιατί, μπορεί να μην πολυήταν μαζί αλλά ήταν καλό κορίτσι, και το σκεφτόταν, αν δεν έβρισκε κάτι καλύτερο, να την κρατήσει. Τρίτον, ο κόσμος είναι ζηλόφθονος. Ούτε τ' αφεντικό θα γούσταρε, ούτε οι άλλοι. Κι αν σε βάλει στο στόμα η κοινωνία των Ανθρώπων, θα σου βγει και τ' όνομα, και το μάτι. Πότε, σου λέει, συντηρητικά και μουλωχτά, κι αν κάτσει, έκατσε.

Ρεπό είχε η Μαρία. Και κανόνισαν να παν σινεμά με τον Θάνο. Άκου πράγματα. Το μαγαζί, μια-δυο φορές τη βδομάδα, το είχε ο πατέρας του αν χρειαζόταν. Πήγαν, είδαν μια μαλακία στον κινηματογράφο. Πρώτο βράδυ, την πήδηξε. Πράγματα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Η άλλη του' χε σπάσει τ' αρχίδια μέχρι να του κάνει πίπα. Κι η Μαρία την πρώτη νύχτα του πηδήχτηκε σαν πρωταγωνίστρια σε τσόντα. Δηλαδή, έλεγε ο μικρός, δεν υπήρχαν αυτά, παρά μόνο στα έργα. "Τώρα βλέπω ότι γίνονται". Γιατί, μαλακάκος ήταν, εδώ που τα λέμε, σε τούτα τα θέματα. Τι του 'λεγε, " Ξέσκισέ με, ψωλαρά μου, χτύπα με και ταπείνωσέ με", έπαθε μουνόπλακα, ο καφετζής. Επειδή όμως είχε και λίγο μυαλό έκανε ρέγουλα. Σου λέει, ένα βράδυ πηδηχτήκαμε, μπορεί σε 2 μέρες να μη με ξέρει. Δεν είναι η Βίκυ που αν σου κάνει ένα πήδημα βγαίνει και λέει στις φίλες ότι τα' φτιαξε. Εδώ η Μαρία είχε γράψει κάποια km όπως δείχνει η κατάρτησις. Κι ορθά σκέφτηκε, όπως κάθε σώφρων άνδρας. Φόρεσε και το προφυλακτικό του, μην κολλήσει κάνα παράσημο, και την άλλη μέρα ήταν κύριος.

Στην αρχή δεν πολυπήγε στο μπαρ. Μη νομίζει η Μαρία ότι ζητάει κάτι παραπάνω κι αισθανθεί πιεσμένη.

Η Μαρία βάρεσε καψούρα με τον Θάνο. Κι η μία-δύο γίναν 5, 20. Ο Θάνος τη χώρισε και τη Βικούλα.

-Καλά, να χωρίσουμε, το καταλαβαίνω. Αλλά να με χωρίσεις γι' αυτό το... Το ξέκωλο, την πουτάνα, δεν το δέχομαι.

-Ρε Βίκυ, θα χωρίζαμε για έναν λόγο. Τι έγινε δηλαδή;

-Τελικά, οι άντρες, α σας καλογαμηθεί μια, τυφλώνεστε.

-Δεν είναι έτσι ρε Βίκυ. Είμαι πιο χαλαρός, ρε Βίκυ. Εσύ με σφίγγεις.

-Ρε α, στο Διάολο.

Κι η Βίκυ έκλαψε έναν μήνα. Και μετά συνέχισε να ζει όπως όλος ο κόσμος.

Στην αρχή δειλά, μετά φανερά, ο Θάνος κι η Μαρία ήταν πλέον ζευγάρι κανονικότατο. Ο πατέρας του Θάνου, ο κύριος Χρήστος, στράβωσε.

-Εμένα αυτό το κορίτσι δεν μου αρέσει.

-Τι έχει, ρε πατέρα;

-Κοίτα, η Βίκυ είχε τα στραβά της, αλλά δεν ήτανε κάνα πουτανάκι. Αυτή εδώ βρωμάει από μακριά ότι είναι.

-Λόγω δουλειάς; Και φοιτήτριες κάνουν τέτοια δουλειά. Τι να κάνει, δηλαδή;

-Καλά, ό,τι νομίζεις. Τη γνώμη μου στην είπα.

Όσο πέρναγε ο καιρός ο Θάνος τη συνήθιζε. Κι η Μαρία τον Θάνο. Κι ενώ στην αρχή κανείς δεν ένιωθε δεσμευμένος, όλα ήταν μια περιπέτεια όμορφη, σιγά-σιγά άρχισαν τα κτητικά, οι γκρίνιες, οι σκηνές.

Πέρναγε ο καιρός, κι η Μαρία πήρε πόδι απ' το μαγαζί. Έπιασε δουλειά μακριά. Σε άλλη περιοχή. Είχε καινούργια πρόσωπα να γνωρίσει. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Ο Χαζοθάνος είχε αρχίσει να την μπάζει στον ρόλο της μελλοντικής συζύγου καφετζή. Είχε πειστεί ότι έχουν δεσμό, ότι την έστρωσε, κι ότι θα τη κάνει και κυρά σοβαρή και μετρημένη. Ε, αυτά δεν περνάνε. Διότι, η πουτάνα, έλεγε ο λαός, το γαμήσι δεν το κόβει. Και δε φταιν τα κορίτσια, έτσι είναι η ζωή. Και καλώς πράττουν. Μαλάκες είναι όσοι παν να φυλακίσουν ένα ηφαίστειο σε μια κουζίνα και μια κρεβατοκάμαρα. Αν μάθεις να ζεις άναρχα μπορείς να φορέσεις χαλινάρι; Μπορείς. Αλλά μόνο με τη θέλησή σου. Μόλις κάποιος στο παίξει μπασκίνας, παπάς, πατέρας, θα κλοτσήσεις. Δεν γίνεται. Κι ο Θάνος διέπραξε την ύβρη. Σφάλμα πρώτο, τη φόρτωσε με κοινωνικό ρόλο. Η Μαρία δεν το μπορούσε. Το ήθελε, ονειρευόταν κι αυτή να γίνει μια νοικοκυρά-μάνα, να τη βλέπουν και να τη θεωρούν νόμιμη, αλλά δεν το άντεχε ο οργανισμός της. Σφάλμα δεύτερο, η Μαρία ήθελε να τον ποθεί τον άντρα, όχι να τον έχει δεδομένο. Αυτός ο μπουνταλάς ούτε γύριζε να κοιτάξει άλληνα από τότε που τα φτιάξανε.

Μάλωσαν. Τα ξανάφτιαξαν. Τέλος πάντων, κάτι οι πιέσεις των δικών απ' το χωριό, κάτι ο συναισθηματικός εκβιασμός που ασκούσε ο Θανούλης στη Μαρία, κανόνισαν τον Γάμο. Στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου, απέναντι απ' το καφενεδάκι. Σίγουρος ότι μπαίνουν τα πράγματα στο σωστό δρόμο και νικητής στο σκίσιμο της γάτας, ο Θάνος, ως νόμιζε, άρχισε να κόβει της Μαρίας και τα νυχτερινά μεροκάματα. Να τα κόβει. Ε, πώς διάολο, σου λέει, η σύζυγος θα πηγαίνει να βάζει σφηνάκια και να χορεύει στην μπάρα για τον κάθε σαπιοκοιλιά ξενύχτη...

Λίγο καιρό πριν το Γάμο όλα πήγαιναν ρολόι. Ως ότου μια μέρα, μια παρέα, 3 γνωστοί του Θάνου, βρέθηκαν στη Λάρισα. Εκεί πήγαν να πηδήξουν, σ' ένα καλυμμένο μπουρδέλο που εργαζόταν πολύ κυριλέ. Ήταν οι μέρες που η Μαρία θα πήγαινε να κάτσει λίγο στης φίλης της τής Αλέκας, στη Λάρισσα. Κι έσπασε ο κερατάς στο ποδάρι του και βρέθηκαν. Πελάτες και προσωπικό. Καλοπληρωμένο, για ομαδικό. Ορίστε; Οι φίλοι ήταν παλιοί συμμαθητές, είχαν χαθεί, και δεν έτυχε να προλάβουν να γνωρίσουνε τη Μαρία. Τράβηξαν κι ωραίες φώτο από το κινητό, με τρόπο. Τράβηξαν και βιντεάκι. Να 'χουν να θυμούνται την παρτούζα. Επειδή οι θεοί αρέσκονται να σκηνοθετούν τη ζωή με μεφιστοφελικό timing, κι επειδή ηδονίζονται να τιμωρούν τον υβριστή των νόμων της Φύσεως, το επίμαχο βίντεο περίμενε λίγο ως να φτάσει στα μάτια του Θάνου.

Αυτός δεν μίλησε. Δεν είπε καν, πως είναι η μέλλουσα κυρά του. Πήγε, τη βρήκε. Κι έγινε μπροστά της μια δεκάρα άνθρωπος. Αντί να την πετάξει έξω αγνοώντας και τον κόσμο, και τον Γάμο που ερχόταν προσεχώς, της ζήτησε τον λόγο, της έκλαψε, της εξέφρασε την ξεφτίλα που ένιωθε.

Την αγαπούσε ο καημένος. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ακόμα κι αν ήξερε ότι έκανε την πουτάνα -και μάλιστα χωρίς να έχει ιδιαίτερη ανάγκη από λεφτά, δηλαδή πουτάνα από χόμπι, σαν να λέμε- την ικέτεψε να ξεχαστούν όλα και να γίνει ο Γάμος. Τρομερά πράγματα. Αυτή, δεν πίστευε στα μάτια και στ' αυτιά της. Θα περίμενε να την πλακώσει. Να την μαχαιρώσει. Να την ταπεινώσει. Κι αυτός, ο μαλάκας, αυτοταπεινώνονταν μπροστά της κλαίγοντας και παρακαλώντας.

Η Μαρία ντράπηκε. Ντράπηκε κυρίως για την κατάσταση του Θάνου. Η χειρότερη ταπείνωση μιας γυναίκας είναι η απόλυτη ξεφτίλα του αρσενικού της. Πήρε 2 πράγματα κι έφυγε.

Την άλλη μέρα πήγε σαν κυρία και μίλησε στους γονείς του Θάνου. Και είπε την πάσα αλήθεια. Να, Θε μου, είναι, υπάρχουν κατ ώρες που η ντροπή σε σκεπάζει και δεν είσαι πια άνθρωπος, μα σκουπίδι. Διότι στη ζωή όλα τα σιάχνει η προπαρασκευή. Είσαι προετοιμασμένος για την απόλυτη ανθρώπινη ξεφτίλα; Θα ζήσεις σαν άνθρωπος. Αντίθετα, όσο πιο κολλαριστά τα σιάχνεις στο τραπέζι της παιδείας σου, τόσο θα ντραπείς αργότερα. Δεν ντρέπεσαι ποτέ για την κατάντια σου. Για τη βλακεία σου ντρέπεσαι, που δεν ήξερες πώς είναι στα μέσα του ο Άνθρωπος. Τι να σκεφτούν οι απλοί οι άνθρωποι, πάνω στην ανθρώπινη αναξιοπρέπεια! Όσοι το καταφέρνουν παν ένα βήμα πάνω ή παν στη φυλακή.

Κι είναι αυτά τα ρημάδια, τ' απογεύματα. Στον κηπάκο του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου. Με τις νεραντζιές. Με τα παιδιά που παίζουν τη μπάλα.

Χτυπούν οι καμπάνες για Εσπερινό. Κι η κυρά Ντίνα, μάννα του Θάνου και σύζυγος του κυρ Χρήστου, βγαίνει από το σπίτι.

Δεν ντρέπεται όπως ο μαλάκας ο γιος της. Όχι. Αυτά είναι παλιά γνώση για την κυρά Ντίνα.

Η κυρία Ντίνα άναψε μετά από πολλά χρόνια τσιγάρο. Βγήκε κι ο μπάρμπα Χρήστος κι άναψε κι αυτός. Αλλά εκείνος το' χε, ούτως ή άλλως, συνήθεια. Μιλήσαν κάμποση ώρα.
Και βρήκαν τη λογική λύση. Ό,τι έγινε γίνηκε. "Πάμε γι' άλλα". 'Ετσι μάθαν στη ζωή να σκέφτονται, έτσι συλλογίστηκαν. Έλα που ο ζορμπάς ο Θάνος το' χε δέσει. Ήταν θέμα εγωισμού. Και ρωτώ οποιονδήποτε που διαβάζει ψύχραιμα τούτες τις γραμμές. Θα το εξετάζατε ψύχραιμα; Αρχίδια, λέει ο αφηγητής.

Κι επέλεξε να γίνει ρεζίλης ο Αθανάσιος. Να παντρευτεί ο δούλος της μαλακίας την δούλη της ευχαρίστησης, Μαρία. Αχ, Μαρία.

Σηκώθηκε ο Θάνος. Και πήγε στο χωριό. Μίλησε στους γονείς της Μαρίας. Γεωργοί άνθρωποι. Τι να πουν... Τον καλοθέλαν.

Η Μαρία δε ξανάκλαψε ποτέ, όσο εκείνες τις μέρες. Γιατί ήξερε "Τι κακό έκαμε στο παιδί και την οικογένειά του". Απλά, αυτή ήταν η φύση της. Τι να κάνει;

Το βράδυ του Γάμου, στον Άι Βασίλη, έγιναν τα στεφανώματα. Κι η Μαριώ έγινε κορώνα-βασίλισσα στο πλευρό του μαλάκα - Θάνου. Και δεν ξανάκανε πουτανιές. Όχι επειδή ο Θάνος την παντρεύτηκε με το στανιό. Επειδή είδε, για πρώτη φορά στη ζωή της, πόσο ένας προκομμένος άντρας μπορεί να πέσει χαμηλά, για να την κάνει κυρία. Περιπτώσεις σαν του Θάνου δικαιώνονται μία στο κατομμύριο. Ο Θάνος το ήξερε, κι εμπιστεύτηκε την καρδιά του. 'Ετυχε, ήθελε ο Θεός, και του' κάτσε. Η πρώην του παντρεύτηκε έναν μπαγλαμά. Του τα φόρεσε ουκ ολίγες φορές. Η Μαρία έβλεπε και χαμογελούσε. Την ένιωθε τη Βίκυ, όπως και κάθε γυναίκα. Αυτή ήταν πια ευτυχισμένη, ήσυχη. Κι όταν κάποιοι καλοθελητές κάτσαν στο καφενείο για να κάνουν κομμάτι, τα παιδιά τους έφεραν ό,τι ζητήσαν μ' ευγένεια. Ένα είναι σίγουρο. Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Πως τα παιδιά τους θα γίνουν πιο τίμια από τα παιδιά των άλλων, καλών παιδιών. Ας είναι καλά, στη γειτονιά τους, απέναντι από τον Άι Βασίλη. Τους βλέπω συχνά, και τα πίνουμε λέγοντας τα παλιά, τα καινούρια, και τ' ανύπαρκτα.

Τετάρτη, 4 Μάρτιος 2009

Πειράζει;

Δεν ήμουν ποτέ από αυτούς που είδαν τον Ντέμη με αρνητικό βλέμμα. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που αποδεδειγμένα αγάπησε το Ποδόσφαιρο και την ΑΕΚ, αποφάσισε να γίνει πρόεδρός της. ΟΚ. Ο Νικολαΐδης έφυγε. Στ' αρχίδια μας, κι όταν λέω Στ' αρχίδια μας, δεν εννοώ ότι μειώνω τον Θεμιστοκλή ως προς το έργο του. Εννοώ ότι αφού δεν είχε τις σακούλες να κρατήσει μια ΠΑΕ ΑΕΚ, καλά έκανε και την κοπάνησε. Γράφονται διάφορα περί υπολειμμάτων του ντεμοτεχνείου. Ίσως είναι λογικό, ο Ντέμης να συντηρεί κάποιες δυνάμεις εδώ κι εκεί, που μιλάν περί επιστροφής του κλπ, κλπ, κλπ. Οφείλουμε να πούμε όμως μια αλήθεια. Η ΑΕΚ φέτος, τουλάχιστον όπως διαβάζω, διότι δεν μπορώ να τη δω στην κωλοϊταλία, δεν παίζει καλύτερο ποδόσφαιρο από πέρσι, παίζει χειρότερο. Πέρσι ως την τελευταία αγωνιστική απείλησε τον Ολυμπιακό ο οποίος έχει γίνει μέτρο αξιολόγησης για το ελληνικό ποδόσφαιρο, και δικαίως, ενώ φέτος είναι ένα επίπεδο πιο κάτω, τουλάχιστον όπως δείχνουν οι αριθμοί, τους οποίους πιστεύω σαν θεούς. Θα μου τη σπάσει τρομερά, αν ανακαλύψουν κάποιοι άμπαλοι ότι τους φταίει ο Μπάγεβιτς, όπως μου την είχε σπάσει όταν τους έφταιγε ο Φερέρ, ο Δώνης, ο σέσκουλας κι ο μέντουλας. Πολύ απλά, πειράζει να πούμε ευθέως ότι ο ΟΣΦΠ είναι ένα επίπεδο πιο πάνω απ' τις ομάδες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα;

Δευτέρα, 2 Μάρτιος 2009

O καλός, από τους τρεις του γουέστερν.

Take the money and run. Όλοι οι Νεοέλληνες κρύβουν έναν καταπιεσμένο Παλαιοκώστα. Ούτε να σκοτώσουν θέλουν, ούτε κανέναν να πειράξουν. Να πάρουν μια φορά την τσάντα με τα μπερντέ και να τη σπάσουν σ' αυτόν το πούστη τον φορατζή και τον αστυνόμο, γνήσιους απογόνους των Οθωμανών απεσταλμένων, και ο Ρωμιός, original απόγονος του Έλληνα ραγιά, ονειρεύεται να γίνει Κλέφτης στα βουνά, και φτιάχνει τραγούδια και θρύλους για όσους το καταφέρνουν να το σκάσουν απ' τη φυλακή του πασά και να παν σε κάποιο δάσος, ύψωμα, βουνό, να κρυφτούν, να περάσουν από ένα χωριό, να πάρουν ένα καινούριο άλογο, και να χαθούν πάλι στα δάση, καλλιεργώντας το θρύλο τους, όπως κάποτε οι Κολοκοτρωναίοι, ή δεν ξέρω ποιοί. Η ελευθερία δεν είναι πάντοτε προϊόν ομορφονιών με ακαδημαϊκό όραμα και άρθρωση, όπως ο Τσε Γκεβάρα, και η Κλεφτουριά στη Κούβα, στο Μεξικό, στη Νικαράγουα, δεν είναι απαραίτητα φρόνιμα παιδιά με ηθικοπλαστικές ομιλίες τύπου ΚΝΕ. Πολύ συχνά είναι αυτό που εμείς, οι νορμάλ άνθρωποι λέμε Εγκληματίες. Και βέβαια ο Παλαιοκώστας, απ' ό,τι ξέρω, δεν έχει σκοτώσει κανέναν. Τα λεφτά τους πήρε. Τα μπικικίνια. Έκανε, δηλαδή, ότι θέλει να κάνει οποιοσδήποτε καφενόβιος. Με τις υγείες μας.

Ο Αμερικάνος Kurt Weill.

Η μουσική του Kurt Weill είναι η πιο αμερικάνικη γερμανική μουσική που μπορεί να γίνει. Κλείνει μέσα της όλη την τρέλα του ιουδαϊκού μπιτ, το στοιχείο της ανατροπής και του απρόβλεπτου, και στο τέλος μένει η λογιότητα να νομιμοποιήσει αυτό που σε άλλη περίπτωση θα γινόταν κοκτέιλ μολότοφ και θα έσκαγε φέρνοντας καταστροφή. Ο Weill έκανε μεγάλο σπάσιμο σε όσους τον ανέφεραν ως Γερμανό μουσικοσυνθέτη, κι είχε δίκιο, στο κάτω-κάτω, για ένα δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ζούμε, άσε που η μουσική που έγραψε στις ΗΠΑ ήταν καθαρά αμερικάνικη, αν μπορούμε και δικαιούμαστε να δίνουμε εθνικότητα στις νότες. Είδα, κάπου στη δεκαετία του '90, στην Αθήνα, μια ελεεινή παράσταση της Dreigroschenoper και η δύναμη της μουσικής του ήταν τόσο μαγική, που έμεινα ως το τέλος και δεν ανέβασα πυρετό, μονάχα για πάρτη της, και για μία ηθοποιό, για να πω την αλήθεια. Στα μουσικά θέματα του Weill συμβαίνει ό,τι και στις ΗΠΑ: Τα πάντα. Ασχήμιες, ομορφιές, βιαιότητες, ευαισθησίες, πολιτικές ανησυχίες, αβανγκάρντ, ειρωνεία, σοβαρότητα, υποκρισία... Οι νότες του είναι ένα καλά και ξύπνια παλικαράκια που τρέχουν και πετυχαίνουν το θαύμα, όπως μόνο στην Αμερική μπορούσε να γίνει κάποια χρόνια.

Ιωάννης Christoph Adelung.

Ο Ιωάννης Christoph Adelung (1732-1806) γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτό που λέμε σήμερα Ανατολική Γερμανία. Το σημαντικότερο επιστημονικό του έργο είναι το Γραμματικό-κριτικό λεξικό της επίσημης γερμανικής διαλέκτου*, ένα έργο που θεωρείται κάπως επιλεκτικό εκ μέρους του συγγραφέα, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρει ακόμα και σήμερα τα μέγιστα στην επιστημονική μελέτη της γερμανικής γλώσσας. Και μην ξεχνάμε την περίφημη Adelungsche-s-Schreibung, που αφορά στη γραφή του σίγμα ως ss ή Eszett, η οποία αναθεωρήθηκε μόλις το 1996. Από το 1901 ως το 1996, σε όλες τις γερμανόφωνες περιοχές εκτός από τις ελβετικές. Η προσφορά του στη Φιλολογία είναι τεράστια όπως είπα, και να συμπληρώσω πως ο Adelung ήταν γιος Προτεστάντη παπά, και ότι δούλεψε και ως βιβλιοθηκάριος. Ο ίδιος πίστευε ότι πρέπει να γράφει κανείς όπως μιλάει, αλλά και να διαβάζει όπως τα βλέπει γραμμένα. Μεγάλη ανακατωσούρα, αν σκεφτεί κανείς τις αντίστοιχες σκέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη για τη μεταρρύθμιση της ελληνικής ορθογραφίας σχετικά με τους τόνους. Το περίφημο λεξικό του βγήκε σε πέντε τόμους και το τελείωσε το 1786. Πέθανε στη Δρέσδη.

*Grammatisch - kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart.

Κυριακή, 1 Μάρτιος 2009

Ιστορία τύχης, ΙΙΙ. Γλυκέ μου τύραννε, να μην ξημέρωνε. Μαρία η MILF.

Δουλειά δεν είχε ο Διάολος, γαμούσε τους γονέους, έλεγε ο Νικόλας Άσιμος. Κι η κυρία Μαρία έχει ένα πολύ όμορφο και καλόφημο γραφείο μεσιτικόν ακριβώς στην παραλία. Κομψή, δροσερή, έξυπνη... Κι η υπάλληλός της, η Αγγελική, είναι καλό κομμάτι, αλλά σαν την κυρία Μαρία δε υπάρχει θηλυκό. Τη θωρείς και σου σηκώνεται ανυπερθέτως ακόμα και να έχεις πιει εικοσιπέντε βότκες lemon. Έχει κι αυτό το αυταρχικό, της γυναίκας επιχειρηματίας, σε βάζει με το τρόπο της, κυριλέ, στη θέση σου, ε, δεν θέλει και πολύ. Όλοι οι άντρες της περιοχής θα θέλαν να πηδήξουν την κυρία Μαρία. Ολ οι άντρες της περιοχής προβληματίζονται, πόσο καλά πρέπει να πηδάει ο Στέλιος, ένας ήσυχος τύπος που ζωγραφίζει, μαζεύει παλιά περιοδικά, κι ακούει δίσκους κλασικής μουσικής. Εγώ είμαι πολύ τυχερός διότι η κ. Μαρία είναι η μάνα της κοπέλας μου.

-Μαμά, εμείς φεύγουμε.

-Στο καλό, αγάπες μου.

Η φωνή της κ. Μαρίας από την κρεβατοκάμαρά της. Ερχόμενοι κι οι δύο από τι υπνοδωμάτιο της Κατερίνας προχωράμε στον διάδρομο, στο τέλος του οποίου βρίσκεται το μαγικό δωμάτιο που φιλοξενεί την πιο σέξι γυναίκα όλων των ηπείρων. Η τηλεόραση ανοιχτή, και το μόνο που μπορώ να δω από τη θεά είναι τα γυμνά της πέλματα, στο τέλος του κρεβατιού. Στρίβουμε δεξιά προς το hall που βγάζει στην πόρτα του διαμερίσματος, πάλι καύλωσα. Πιάνω με μανία τον κώλο της Κατερίνας. Αυτή βγάζει ένα αχ και γελάει ξαφνιασμένη ευχάριστα. Μόλις μπούμε στο ασανσέρ θα τη βιάσω τέσσερις φορές, σκέφτομαι.

Πράγματι, στο ασανσέρ παίζουμε για λίγο τον βιαστή και το θύμα του, αλλά μας διακόπτει το άνοιγμα της πόρτας στο ισόγειο, από τον μπαμπά της Κατερίνας και σύζυγο της θεάς του έρωτα, κύριο Στέλιο. Μας χαμογελά.

-Τι κάνεις, Αποστόλη;

-Καλά, Στέλιο μου. Τα δικά σου;

-Καλά, καλά. Να πάτε ν' ακούσετε στο Μέγαρο, που θα κάνουν βραδιά - αφιέρωμα στο Καρυωτάκη. Θα είναι κι ο Νταλάρας, αλλά κατά τ άλλα αξίζει.

Στον πούτσο μας λουλούδια, σκέφτομαι. Να πάει αυτός στο μέγαρο και να πάρει την κόρη του και να μας αφήσει να γευτούμε λίγο τη ρόγα της γυναίκας του, αν αγαπά στ αλήθεια τους νέους, όπως παριστάνει.

Όταν πλησιάζει το καλοκαιράκι, στην παραλία, όλα τα κορίτσια ομορφαίνουν. Ή αυτά, ή τα μάτια μας, που γκρινιάζουν γριπιασμένα, γεμάτα πυρετό, όλο τον χειμώνα, και με το πρώτο φέγγος του ανοιξιάτικου ήλιου μαθαίνουν να ελπίζουν, και να χαίρονται ό,τι βλέπουν. Όπως και να΄χει, η κυρία Μαρία, καλοκαίρι-χειμώνα-άνοιξη-φθινόπωρο, είναι σκέτη καύλα. Και με γρίπη, και με κομμένο πόδι, και με λέπια και ουρά να είσαι, θα τη βρεις χάρμα οφθαλμών.

Η Κατερινούκα θέλει να πάμε την πατροπαράδοτη βόλτα ως το μόλο, όπου εμείς με άλλα 3.076 ζευγάρια θα φιλιόμαστε φλερτάροντας με τον κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούμε στη θάλασσα, από ένα μεγάλο ύψος, αυτό του κυματοθραύστη, και να τελειώσουν όλα τόσο άδοξα, προτού προλάβουμε να γίνουμε κάτι σπουδαίο, ή να τραβήξουμε ακόμα μία μαλακία για την κ. Μαρία.

Η Κατερίνα δε έχει σχεδόν τίποτα από το βλέμμα της μητέρας της. Είναι γλυκιά κοπέλα, θα έλεγεε κανείς πως τη θένε σχεδόν όλοι ο γκόμενοι, έχει γλυκό καστανόξανθο μαλλί σαν μέλι, ένα θεϊκό κάτω χείλος, που νομίζεις πως χαμογελάει πάντοτε, και μια φωνή γεμάτη μουσική και καλοσύνη. Επίσης, δεν είναι μυξοπαρθένα και σοβαροφανής, πράγμα που την ανεβάζει πολύ στα μάτια ενός άντρα. Αλλά έχει κάτι από τη σεμνότητα και τη δημοκρατικότητα του μπαμπά της, σαν να λέμε σκεπτόμενη Αριστερά, ΚΚΕ Εσωτερικού σε σύνταξη, πράγμα που της αφαιρεί σεξουαλικότητα, αυταρχισμό, διεστραμμένη πρόκληση. Ενώ η μητέρα της είναι γεμάτη από διεστραμμένη πρόκληση. Όλη της η συμπεριφορά είναι μια πρόκληση. Πρόκληση σε μαλακία, διότι με έναν άλλον τρόπο κρατάει τους πάντες σε απόσταση. Ούτε που σου περνά από το μυαλό να πεις την παραπάνω κουβέντα.

Αυτές τις μέρες πλησιάζει Πάσχα και όλα γύρω γίνονται μυστηριωδώς πορφυρά. Τα φιλιά μας, με την Κατερινούκα, είναι πορφυρά, που βάφουν με βαθύ χρώμα, χείλια, μάγουλα, φλέβες ματιών... Καθώς ξαπλώνουμε στον κυματοθραύστη φαντασιώνομαι τη μητέρα της, κι αυτό με κάνει ταύρο. Σκοτεινιάζει, τα κύματα χτυπούν περισσότερο τσαμπουκαλεμένα, κι εγω σκέφτομαι πόσο θέλω να πηδήξω την κ. Μαρία.

Σαν επιστρέφουμε σπίτι, η Κατερίνα με κοιτά με αυτό το πολύ φρόνιμο, ικανοποιημένο, κι αγαπησιάρικο βλέμμα. Σαν να με λέει, "Είμαι πολύ τυχερή που σ' αγαπάω". Ποπό, σκέφτομαι, της πουτάνας θα γινόταν αν ήξερε ότι θέλω να γαμήσω την μάνα της. Ο Στέλιος, ο μπαμπάς της, θα πειραζόταν πολύ λιγότερο.

Το βράδυ, απ αυτά που δεν έχω καθόλου ύπνο, από τς κωλονύχτες που δε θες να κοιμηθείς με την γκόμενά σου, δε θες να κοιμηθείς μόνος σου, δε μπορείς να γράψεις ή να διαβάσεις, κι ο Θεός χορεύεις Κότσαρην στην καρδιά σου, βγαίνω να πιω μια βότκα. Είναι η ώρα δύο περίπου. Περπάτησα, περνώ τα περίπτερα με τα κόμιξ, τα Goodies, τα McDonald' s -αυτά παν πακέτο- και μπαίνω σε ένα μπαράκι. Ο ιδιοκτήτης, ξάδερφος ενός κολλητού μεγαλύτερου, χαιρετά βιαστικά ανώ κάτι λέει έντονα με μια ψηλή. Η μπαργούμαν με καλησπερίζει και με ρωτά αν είναι βότκα. Της απαντώ με ύφος αλκοολικού συγγραφέα από φιλμ, σκέτη ξεφτίλα λέμε, πιο βλακώδες στιλ δεν υπάρχει. Τουλάχιστον από τότε που' γίνε κλισέ.

Είμαι στη δεύτερη βότκα κι αρχίζω να νιώθω πολύ καλύτερα. Η ανησυχία έφυγε, είμαι ασφαλέστερος, και μπορώ να ανατιμετωπίσω τα πάντα ψυχραιμότερα. Μπαίνει μια παρέα γυναικών. Χα. Χα. Χα. Χι. Χο. Χε.

Η κ. Μαρία βρίσκεται μεταξύ αυτών όπως ο συνταγματάρχης διοικητής μονάδος ανάμεσα σε λοχαγούς. Αγέρωχη, ευγενική με όλους, χαιρετά το αφεντικό με σύνεση. Αυτός παρατά, πετώντας, την ψηλή και τρέχει να πλύνει με τα σάλια του το έδαφος που θα περάσει η κ. Μαρία. "Σιγά, ρε μαλάκα, θα γκουρλωθείς" σκέφτομαι. Τι Καραγκιόζηδες που υπάρχουν, ρε πούστη μου! Όταν περάσει απ το χέρι μου θα τους κόψω τα πουλιά και θα τους δέσω σε πλατεία, να τρων σφαλιάρες. Η κ. Μαρία, πάντα ευγενική, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κουβέντα, αν και το χαμόγελο που του έσκασε ψιλοείχε μια δόση, δοσούλα, ερωτισμού. Χμ... Ζηλεύω. Εγώ δε θα μπω στην ουρά να χαιρετίσω, σαν αρχιμαλάκας, την βασίλισσα. Ζήτω ο Μπετόβεν, κάτω ο Γκαίτε. Θάνατος στους σφουγγοκωλάριους της εξουσίας και της δύναμης.

Κάθομαι καλά, πολύ κυριλέ, και συνεχίζω την βότκα. Κάποια στιγμή η κυρία με βλέπει. Τη βλέπω που με βλέπει. Δεν αντιδρώ. Κάνω το σοβαρό. Βλέπω με την άκρη του ματιού μου πώς, ευγενικά, κάνει στην άκρη τον κολλιτσίδα που την πλεύρισε, κι έρχεται κοντά μου. Εδώ θα δείξω πόσο κουλ είμαι. Αν κρίνω από τον άντρα που διάλεξε αυτή η γυναίκα για σύντροφο ζωής, δεν θέλει σφιγμένους, θέλει να είναι, κανείς, στον κόσμο του. Κάθεται στο διπλανό σκαμπό. Όπα. Τι είναι αυτά; Νιώθω να μου σηκώνεται. Λίγο προτού κάτσει, κατάφερα να βάλω τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπό μου, όπως κάνει κάποιος από κούραση ή απελπισία. Λίγο φτηνό θέαμα, αλλά πέστε μου, αν με αυτή τη γυναίκα έχεις ψυχραιμία, στην ηλικία μου, να κάνεις κάτι καλύτερο. Εδώ, σαραντάρηδες, και ρεζιλεύονται.

-Σου συμβαίνει τίποτα, μωρό μου;

Αυτά τα "Αγάπη μου", " Μωρό μου", τα έχει ψωμοτύρι, η ρουφιάνα.

Σηκώνομαι ξαφνιασμένος.

-Ε; Ω, κυρία Μαρία, συγγνώμη, πότε ήρθατε; Δε σας είδα.

-Τόσο αδιάφορα περνάω στο πλήθος; Εγώ νόμισα πως έχω... Πώς το λέει ο Στέλιος; Εκτόπισμα.

-Μπα, μάλλον είστε μια μετριότητα.

-Χα. Δεν το πιστεύω, τι ακούω από τον πιτσιρικά.

Σ' αυτά είμαι πολύ γάτα. Όταν μεγαλώσω κι αποκτήσω κοινωνικό στάτους κι εξουσία, θα είμαι ο πιο άνετος πλούσιος του Κόσμου. δεν ξεπέφτω σε φτήνιες, σκέφτομαι. Ήδη βρίσκομαι μισοκαβάλα στ άλογο.

Η Μαρία, -η κυρία Μαρία δηλαδή, που απόψε ελπίζω να γίνει Μαρία- φωνάζει μια κολλητή της.

-Κική, άκου τι λέει ο φίλος της κόρης μου. Ότι είμαι μια μετριότητα.

-"Καλά, δεν ντρέπεσαι; Η Μαρία μετριότητα; Αν δεν την ήξερες και την έβλεπες στο δρόμο αυτό θα σκεφτόσουν;" Ξηγιέται η Κική -άκου όνομα.

-"Τι θα σκεφτόταν το παιδί, αν έχει μια γκόμενα σαν την Κατερίνα, εμένα θα κοιτάξει", μιλά η δήθεν μάνα-κυρία Μαρία.

Ρε πούστη μου, σαν πολύ δεν παραχοντραίνει το παιχνίδι; Λίγο πιο σιγά δε μπορούμε να το εξελίξουμε, να έχω κι εγώ έναν έλεγχο;

-"Τι κάνεις, μόνος σου, εδώ, απόψε" με ρωτά εκπνέοντας στ αυτάκι μου.

-Δεν έχω ύπνο.

-Δε μαλώσατε με την Κατερίνα, την είδα μια χαρά.

-Όχι, απλά με πιάνει η άνοιξη.

-Σε κουράζει η μικρή μου;

-Ε, ξέρετε πώς είστε, οι γυναίκες.

-Εσύ ξέρεις;

Ε, αφεντικό του σύμπαντος, σε παρακαλώ, κάνει κράτει. Δεν είναι ταινία, είναι ζωή, και δεν προλαβαίνω. Τι να πω τώρα;

-Φαίνομαι να ξέρω;

Είναι μεγάλο χάρισμα να λες τέτοια πράγματα με ύφος που δείχνει ότι είσαι σπουδαίος και κουλ, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας βλάκας. Δε ξέρω τι φαίνεται απ έξω κανονικά, αλλά μένα μου κάνει για πολύ στιλ.

-Θα πιεις από μένα ένα, ή ήθελες να φύγεις;

-Τώρα που ήρθατε θα φύγω;

-Ωραία.

Λοιπόν, αυτό χαμόγελο δεν το ξανάειδα στην κ. Μαρία. Ίδιο με της κόρης της. Μυστήριο πράγμα. Λες να γίνει έτσι και Κατερίνα; Αν είναι, να επενδύσω, βρε αδερφέ. Αρκεί να μη μου τη χαλβαδιάζει όλη η πόλη, ενώ εγώ μαζεύω δίσκους κλασικής μουσικής. Διότι, εγώ ξέρω, δε θα είμαι σα το Στέλιο. Θα τα πάρω, και θα μειώσω τον εαυτό μου, και σίγουρα θα μου τα φορέσει. Και τότε θα γελάν όλοι μαζί μου, και πιο πολύ οι μαλάκες που σαλιαρίζουν στα μπαρ.

-Βάλε ένα του Απόστολου, ό,τι πίνει.

Και το πίνουμε παρέα. Η ώρα περνά χαλαρά με τη συζήτηση να πάει στο τι θέλω να κάνω, στο τι με πειράζει... Η κ. Μαρία έχει κύρος διότι ποτέ δεν μιλά για τον εαυτό της. Πάντα εξετάζει αυτά που της λεν οι άλλοι. Αυτό θα το κρατήσω για όταν μεγαλώσω.

Σιγά-σιγά οι ελεεινοί σαλιάρηδες, τα σκουλίκια του νεκροταφείου, πλησιάζουν με γαμψά νύχια προς το μέρος μας. Σαφώς ενοχλημένοι που η θεά της πόλης δεν κάνει παρέα μαζί τους, με κυττούν με μίσος. Πόσο φοβάμαι, Θε μου... Αυτοί είναι ικανοί να με λιντσάρουν σα Νέγρο που φίλησε Λευκή. Ρε πούστη, μην τύχει και προκόβει άνθρωπος σ' αυτή τη χώρα. Αμέσως, να τον φαν.

Η κ. Μαρία τους αντιλαμβάνεται, αλλά έχει σιγουριά. Κι εγώ, αν με ήθελε μισό εκατομμύριο συμπολίτες μου α με γαμήσουν κι ήμουν παντρεμένη γυναίκα, να δεις σιγουριά που θα' χα. Τώρα θέλουν να με γαμήσουν όλοι οι άντρες του μαλακισμένου κωλόμπαρου, αλλά στο ξύλο.

Σταματώ.

-Κυρία Μαρία...

- Κεριά, λιβάνια, κι εξαπτέρυγα.

"Μαρία", χα, να το πρώτο! Το πα στη ζωή είναι να έχει στόχους. "Νομίζω πως οι παρέες σας θα με γδάρουν, που σας στερώ".

-Σιγά τις παρέες. Μιλάω με το αγόρι της κόρης μου.

-Α, με καταϋποχρεώνετε, θέλω να πω, με καταϋποχρέωσες. Αν δεν ήμουν φίλος της Κατερίνας δεν θα είχες τίποτα να μου πεις. δεν χρειάζεται να κάνετε οικογενειακή υποχρέωση, συγγνώμη, "Να κάνεις" ήθελα να πω. Είναι αργά τη νύχτα.

Αυτό το είπα, αλλά με τόσο σταρχιδισμό και πλακατζήδικη διάθεση, που δεν πέρασε διόλου ως γκρίνια.

-Άντε, Μαρία, έλα να σε δούμε λίγο! Κάθεσαι με τον Παλαμά τόση ώρα, θα σε ζαλίσει!

Εδώ ήταν. Στις κλειστές κοινωνίες πρέπει να είσαι ζώον. Παλαμά με βγάλαν αυτοί οι μαλάκες φίλοι του ξαδέρφου, επειδή καμιά φορά κάθομαι στη μπάρα με χαρτί και σημειώνω κάνα στιχάκι, μαλακίες δηλαδή. Αλλά εδώ ήταν βρώμικο.

Η Μαρία δεν αντιδρά. Καταλαβαίνει ότι τσαντίζομαι.

-Παλαμά, γράψε κάναν στίχο εσύ, η κ. Μαρία θα έρθει να χορέψουμε!

-"Ρε, δεν πας να γαμηθείς;" Του λέω.

Η Μαρία με κοιτά και χαμογελά.

-"Κοίτα το μικρό που πήρε κι αέρα. Πιπέρι στο στόμα θα σου βάλω", απαντάει αμήχανα ο λεχρίτης.

-Πάρε και βάλε τίποτ άλλο στο στόμα. Σε κάλεσε κανείς, ρε;

Και κει που πάει να μου τσιμπήσει με τρόπο χυδαίο το μαγουλάκι, του χώνω μια μπουνιά.

Η Μαρία σαστίζει.

-Απόστολε! Ρε Μάριε, τι θες, σε πείραξε το παιδάκι;

-"Μαλακισμένο, θα φτύσεις το γάλα της πουτάνας της μάνας σου..." Κάνει ο Μάριος,

Από κοντά πέφτουν όλοι οι γεροσαλιάρηδες του μαγαζιού, με προεξάρχοντα τον καταστηματάρχη, τον αρχιγύφτο, να με απειλούν. Η Μαρία είναι μπροστά μου και τους κρατά σε απόσταση. Λες και και τη φοβούνται μην τους δείρει, οι μουνόδουλοι. Ρε πούστη, άλλο να είσαι μουνολάτρης και άλλο μουνόδουλος. Το πρώτο είναι πάθος, το δεύτερο σκέτη γλίτσα.

Οι φίλες της Μαρίας πέφτουν στους μαλάκες και τους βρίζουν. Γίνεται της πουτάνας. Πάνω στην αναμπουμπούλα βρίσκω ευκαιρία και χώνω μια γερή φάπα στο Μάριο. Προτού προλάβει και με σκοτώσει στο ξύλο, με βουτάει από το χέρι η Μαρία και την κάνουμε.

Αφήνουμε πίσω, ένα μαγαζί μπουρδέλο.

Μπαίνουμε στο αμάξι της. Ξεκινά. Χτυπά κινητό, η Μαρία κοιτά ποιός είναι.

-Έλα. Ναι. Μπήκαμε στ αμάξι και φύγαμε. Βρε δεν παν να πνιγούν οι κομπλεξικοί... Τον πρόσβαλαν πρώτοι... Και λίγες τους έριξε... Ναι... Χα... Τα λέμε.

Δεν πιστεύω σ' ό,τι ακούω.

-Συγγνώμη για αυτό που έγινε, αλλά δεν το αξίζω να μου μιλά έτσι, ο μαλάκας.

-Πού θα πάμε;

-Όπου θες.

-Όπου θέλω;

Φρέναρε. Με κοιτά καχύποπτα.

-Τι συμβαίνει;

Κοιτά λίγο πιο κάτω από το κεφάλι μου, κι ακόμα λίγο πιο κάτω, και χωρίς να κοιτάξει το σώμα της, κατορθώνει και βλέπει κάθε σημείο και των δύο μας.

Με κοιτάζει πολύ ώρα στα μάτια.

Είμαι κατακόκκινος, είμαι σε στύση, είμαι χάλια, είμαι καλά.

Με κοιτά. Θε μου. Πόση ώρα; 2 ώρες, 3 ώρες.

Ξημερώνει κι ακόμα με κοιτά.

Το ράδιο έχει παίξει ό,τι υπάρχει σε ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, έχει πει ειδήσεις, έχει πει χορηγούς, έχει πει την ώρα.

Περνάει το πρώτο λεωφορείο. Κι ακόμα με κοιτά.

Ο ήλιος είναι ντάλα, τελείως πρωί.

Δε βλέπω πια τη Μαρία, δεν υπάρχει Μαρία. Έχω το ζαλισμένο βλέμμα αυτού που κάνει έρωτα, που δεν έχει κανονικό ρόσωπο μπροστά του, αλλά κάτι ούτε θηλυκό ούτε αρσενικό, αλλά το εν μέρος του όλου.

Η Μαρία βάζει μπρος και φεύγουμε.

-Καλημέρα.

-Καλημέρα.

-"Καλή δουλειά" της λέω.

Καλά ήταν, αλλά αυτό ήταν. Παραπάνω δε γίνεται.

-"Να ξεκουραστείς" λέει.

Πάω να βγω.

-Να σου πω.

Γυρίζω.

-Κλείσε τη πόρτα.

Οδηγεί λίγο πιο κάτω. Στρίβει σ' ένα αδιέξοδο. Κοιτά δεξιά-αριστερά και μπρος-πίσω, κι αρχίζει να με φιλάει.

-Καλημέρα. Πήγαινε.

Βγαίνω σαν υπνωτισμένος απ' το αμάξι.

Το αυτοκίνητό της απομακρύνεται.

Κατά το μεσημέρι παίρνω ένα μήνυμα. "Ήθελα πολύ καιρό να δω πώς φιλούν την κόρη μου. Τώρα ησύχασα. Θα μας αντέξεις και τις δυο, για λίγο;"

Για την κόρη δεν ξέρω, δεν το κόβω μάγκες μου, αλλά την κυρία Μαρία... Της δίνω και το ένα μου πόδι. Δύο... Τρία... Θα δανειστώ να δώσω... Χα.

Πέμπτη, 22 Ιανουάριος 2009

Ένας μπαγλαμάς μουρμούρης μας ξεμυάλισε. Ιστορία τύχης πρώτη. Μαρία, η Κλεοπάτρα.

Έξω από το διόροφο κτίριο βρέθηκε η Μαρία, παλιά συμμαθήτρια και ψιλογκόμενα. Με γκριζόξανθο μαλλί ίσιο, και την ίδια εκνευριστική φωνή που αποκτούσε όταν μέθαγε. Πιο πέρα σουβλατζήδικα, παρέες Αντιεξουσιαστών, wannabe καλλιτεχνών, αεριτζήδων, τσίκνα ανοιξιάτικη, και η Μαρία, να ψοφά, όπως πάντα, για παρεξήγηση. Είχε πιάσει έναν λελέ από τον γιακά και τον ταρακούναγε ρωτώντας τον, τι θέλει, αν έχει κανένα πρόβλημα, και άλλες προσωπικές γενικές ερωτήσεις. Ο Γιάννης με τη δική του Μαρία ήταν δίπλα και περίμεναν να πάρουν μια διπλή με κεμπάπ, και με πλησίασαν να με ρωτήσουν αν θέλω καμιά μπίρα κουτί.

-"Όχι, φχαριστώ". Πω, πάνε τα χρόνια που μπορούσα να πίνω κουτάκι μπίρα στον δρόμο.


Η Κωνσταντίνα μου τύλιξε το χέρι στη μέση ακουμπώντας το μαγουλάκι της πάνω μου, εγώ μόνο αυτό δεν ήθελα, τη χαϊδεύω τελείως πατρικά, και πλησιάζω τη Μαρία την παλιά, που επέμενε να ρωτά τον λελέ τι θέλει. Η παρέα του λελέ, μάλλωνε με κάτι άλλες γκόμενες, όλες από 30-45, δεν κατάλαβα, όλοι πιωμένοι. Πήγα δίπλα στη Μαρία.


-"Θες τίποτα, ρε;" Επέμενε. "Γεια σου", μου είπε βιαστικά.


Ο τύπος με ντράπηκε, αλλά σκέφτηκε λάθος. Τη έσπρωξε αγχωμένα, και πήγε να τη χτυπήσει, οι άλλες γόμενες του χυμήξαν σαν μαινάδες να τον κατασπαράξουν, έφαγα μια ξώφαλτση από τη χοντρή φίλη της Μαρίας, τσαντίστηκα, της έχωσα ένα γερό χαστούκι. Πάω στον λελέ και του πιάνω τα χέρια.


-"Άσε με κάτω", μου φωνάζει με σκισμένη φωνή, έξω φρενών από την ντροπή του, που τον δέρνουν τόσες γκόμενες.


-"Θες κανα καλαμάκι σκέτο;" ρωτάει η Μαρία του Γιάννη, ερχόμενη από το κεμπαμπτζήδικο.


-"Όχι, περιμένετε, φάτε τα, κι έρχομαι".


-"Όλα καλά;"


-"Τζάμι".


Ο τυπάς με παρακαλά βρίζοντάς με, να του αφήσω τα χέρια κάτω. Πιο πέρα, οι γκόμενες λογομαχούν έντονα με την παρέα του θύματος.


-"Ηρέμησε, ρε μαλάκα". Του λέω. "Τι θέτε, να πούμε, αφήστε τα κορίτσια".


-"Ρε μαλάκα, αυτή η μαλάκω η ξανθιά, μας ειρωνεύεται 3 ώρες τώρα"...


-"Ποιά είναι μαλάκω, ρε ηλίθιε;" Η Μαρία ορμά σαν σπάιντερμαν.


-"Κάτσε πέρα εσύ".


Ο Γιάννης έρχεται, κρατώντας μια διπλή πίτα με μπιφτέκι, με τσατσίσκι στη μουσούδα του.


-"Πάρε δαγκωνιά".


Εκείνη τη στιγμή, ο λελές, σηκώνει απότομα τα χέρια του, αγαναχτισμένος, τινάζει τα δικά μου στον αέρα, και φωνάζε.


-"Ε, άι στο διάλο, ρε φίλε! Μου κρατάς τα χέρια να με σφαλιαρίζει η καριόλα;"

Η Μαρία ξαναορμά, ο κόσμος έχει κάνει το γέλιο της μαϊμούς, και εγώ δεν βλέπω μπροστά μου, από τα τζατζίκια που μου' ρθαν στο πρόσωπο.


Ο Γιάννης τσαντισμένος, προσπαθεί να μπει στο σμήνος των γυναικών που προπηλακίζουν τον λελέ, μπας και ρίξει καμιά κι αυτός. Πιο πέρα, οι φίλοι του λελέ διαφωνούν έντονα, στην ουρά με τα κεμπάπ.


Ο καυγάς έληξε με την επέμβαση των ψυχραιμότερων, και με το πλησίασμα ενός περιπολικού.
Ήμουν γεμάτος τζατζίκια, ντομάτα, κρεμμύδια.


-"Πάχυνες", μου κάνει η Μαρία. Πάντα cool.


-"Πέρασα δύο εγκυμοσύνες", της λέω.


-"Γεωργία, πάτε να φάτε; Είσαι με παρέα; Θα έρθεις να φάμε; Το μαλακισμένο, είχε το θράσος να βγάζει και γλώσσα".


-"Όλο τσακώνεσαι όταν σουρώνεις".


-"Αν είναι να μ' αρχίσεις το μάθημα, μετά από 200 χρόνια, πάνε στους φίλους σου".


-"Γιάννη, πάμε με τα κορίτσια για φαΐ; Έτσι κι αλλιώς, το' χασες το σουβλάκι σου." Γυρίζω στη Μαρία. "Πού πάτε;"


Μου λέει, και το επαναλαμβάνω δυνατά. Κάποιος από μια παρέα νεαρών γελά δυνατά και λέει να παν κι αυτοί, γιατί οι γκόμενες έχουν γέλιο. Οι γνωστοί ψυχραιμότεροι δεν επιτρέψαν να ξανανάψει καυγάς.


-"Έχεις αμάξι;"


-"Ναι".


Την ώρα εκείνη πλησιάζει η Κωνσταντίνα. Πού στην ευχή ήταν τόση ώρα;


-"Πού ήσουν εσύ;"


-"Τηλεφωνούσα στον αδερφό μου. Να δω τι ώρα θα επιστρέψει σπίτι". Και τσουπ, με αγκαλιάζει με αυτόν το εκνευριστικό εφηβικό τρόπο.


Τότε κοιτάζονται οι δύο τους. Σαν να έβλεπες τον Νταβέλη με τον Ζαμπούνη. Ψιλοαρέστηκα, όταν η Μαρία την κοίταξε την μικρά με λίγο, πώς να το πω... Ανταγωνιστική διάθεση... Χαζοαντιζηλία; Και η μικρή, ευχάριστη έκπληξη, όμως. Κοίταξε συνοφρυωμένη.


-"Ντινούλα, θα πάμε να φάμε με τη Μαρία και την παρέα της. Δεν σας σύστησα".


Τις συστήνω.


Με πιάνει απ' το μπράτσο ο Γιάννης.


-"Μήπως κάνεις μαλακία;"


-"Έλα μωρέ, τι μαλακία, ωραία θα περάσουμε".


-"Με τη Μαρία δεν θα ' ρθούμε. Δεν κολλάμε πουθενά."


-"Καλά, όπως θέλετε".


-"Αν πιείτε κι άλλο, πάρε ταξί κι άσε το αμάξι όπου είναι".


-"Εννοείται".


-"Να σου πω!" Κάνει η μικρή Κωνσταντίνα. Με παίρνει παράμερα. "Εγώ δεν έχω καμία όρεξη να έρθω με αυτή την παρέα. Εμείς βγήκαμε με τον Γιάννη και τη Μαρία. Τι δουλειά έχουμε;"


-"Καλά, πάνε σπίτι, εγώ θέλω να τα πω λίγο με τη φίλη μου".


-"Είσαι καλά;"


-"Ναι βρε, πάνε σπίτι. Τα λέμε αύριο".


-"Μην τολμήσεις να με πάρεις τηλέφωνο, μετά από ό,τι λες".


-"Τι θα γίνει, θα έρθεις;" Φωνάζει από την άλλη η παλιά Μαρία. Θεέ μου, όπως και τότε, η φωνή της με διατάζει. Μπορώ να τα γαμήσω όλα για μια στιγμή με την πάρτη της. Δεν το πιστεύω. Μα, τόσο χαλβάς παρέμεινα;


-"Κωνσταντίνα, κάνε ό,τι θες. Εγώ θα τηλεφωνήσω αύριο".


Ούτε που το σκέφτηκα, ούτε που περίμενα να δω την αντίδραση της μικρής, ότι όλα είναι τέρμα, όλα εντάξει. Ούτε που με ένοιαξε τίποτα. Με τραβούσε αυτή η πουτάνα σαν σειρήνα. Όπως τότε.
-"Πολύ στεγνά το πούλησες το κοριτσάκι".


-"Δεν είναι τίποτα. Μαλακίες. Τη βαριέμαι κιόλας".


-"Μια ζωή τέτοιο γαϊδούρι".


Το βήμα μου άρχισε να ελευθερώνεται. Περπατούσα πια, πλάι της, αεράτος, ελαφρύτερος.


Ανοιξιάτικος.

Μπήκαμε στο αμάξι. Τα ήξερε όλα τα νέα μου, τι κάνω, πού είμαι, πώς είμαι. Μου' πε ακόμα, πως με κουτσομπολεύαν συχνά με την Αρετή, άμα βρισκόντουσαν για καφέ, ή σε καμιά δουλειά. Είχα μεγάλη αγωνία, να μάθω αν είναι με κανέναν. Θα μου πεις, γιατί, σάμπως υπήρχε καμιά περίπτωση σοβαρού ενδιαφέροντος, ή, τι νόημα είχε; Γιατί θα ήταν καλό ή κακό να είναι παντρεμένη, με παιδί, χωρισμένη, ή ό,τι άλλο; Παπαριές. Σε μερικούς έρωτες συμβαίνει να υπάρχει κτητικότητα και μετά από 500 χρόνια. Κι ας μην υπάρχει καμιά διεκδίκηση. Όχι σε όλους τους έρωτες, όμως. Μόνο σε αυτούς που στο πρόσωπο του άλλου, αναγνωρίζεις ένα άξιο "αντίπαλο", τραβάς ζόρι, επειδή είναι το ίδιο ξεροκέφαλος με σένα. Μόνο σ' αυτούς που δεν επέζησαν, επειδή κι οι δυο μοιάζατε σαν δυο σταγόνες νερό. Νιώθεις πάντα με αυτές τις γυναίκες σαν ώριμος εραστής. Πολύ παράξενο. Αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο Ρώτας κάποτε, για να περιγράψει τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα.


Η Μαρία άλλαζε διαρκώς σταθμό.


-"Σου παν αυτά τα γυαλιά".


-"Δεν είναι λίγο αδερφίστικα"; Τη ρωτάω.


-"Όχι, εξευγενίζουν τη βλαχόφατσά σου. Μια χαρά είναι. Διανοουμενίστικα, κι έτσι".


Φτάσαμε στο μαγαζί. Οι άλλες κότες της παρέας ήταν ήδη εκεί. Βλέποντας τους γύρω θαμώνες, βεβαιώθηκα πως θα ξαναπλακωθούμε απόψε.


Κάθησα κι εγώ, δίπλα στη Μαρία. Ρε παιδί μου, τι παράξενο πράγμα. Όπως όταν μια γυναίκα κάτσει ανάμεσα σε πολλούς άντρες, και τους βλέπεις που μαζεύονται στην καφρίλα, έτσι κι οι γκόμενες, άμα έρθει άντρας στην συντροφιά, μαζεύουν τα κακαρίσματα.


Απέφυγα τη λιποθυμία στην επίμονη ανάκριση των πουλερικών, για τα πάντα γύρω από τη ζωή μου. Το φαγητό όμως ήταν πολύ καλό.


Το θέμα ήταν να μείνω στο τέλος μόνος με τη Μαρία. Τα υπόλοιπα, θα τα άντεχα, ακόμη και αν χρειαζόταν να περπατήσω με τις κάλτσες στα κάρβουνα, σαν τον Βέγγο, ακόμη και αν έπρεπε να ακούσω τον Νταλάρα επί μία ώρα να τραγουδά ισπανικά, ακόμη και αν έχανε η ΑΕΚ τη δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα.


Η Μαρία πάει τουαλέτα. Περιμένω λίγο. Πάω κι εγώ. Καρφώνομαι-ξεκαρφώνομαι, πού θα τις ξαναδώ, τις γίδες;


Διάδρομος, αλλού οι γυναικείες, αλλού οι αντρικές. Κι αν μπω, και την ώρα που είμαι μέσα, βγει; Ανοίγει η πόρτα των γυναικών, παίρνω το ύφος του ψιλοσουρωμένου που ψάχνει τις τουαλέτες, δεν είναι η Μαρία, τσάμπα το ρεσιτάλ. Με τα σού' πα και τα μού'πες, κι αφού βγήκαν όλες οι γυναίκες της πόλης από μέσα -μα τι διάολο, τουαλέτα είναι αυτή, για κινηματογράφος- βγαίνει και η Μαρία. Πάνω που βγαίνει, ξαναπαίρνω το στιλ του μισοσουρωμένου καυλιάρη που ψάχνει το WC, το οποίον εδούλεψα επίμονα και βασανιστικά όση ώρα η Μαρία κατούραγε τον Νιαγάρα μαζί με τις υπόλοιπες 12.004 γκόμενες που βγήκαν από την τουαλέτα-, βάζει τα γέλια.


-"Είσαι τρελλός" με λέει.


-"Είμαι πολύ τρελλός" κάνω και τη βουτάω να της τραβήξω πέναλτυ.


-"Είσαι για δέσιμο; Άσε με, βρε".


Υπάρχει κάτι. Αν μια γυναίκα δεν θέλει να φιληθείτε, δεν πρέπει να τη φιλάς. Πάντα, πριν από ένα φιλί, υπογράφεται μια σιωπηλή σύμβαση. Εάν δεν συμβεί αυτό, γίνεσαι Σπύρος Καλογήρου, Γιώργος Μούτσιος, και άλλα καθάρματα, που κολλάν τα χείλη τους βίαια σε δροσερά κοριτσίστικα στόματα. Δηλαδή, ξευτίλα. Εδώ δεν υπήρξε έδαφος. Τη βουτάω, παριστάνοντας τον μεθυσμένο, και τη σηκώνω ψηλά, κάνοντας βλακείες, λέγοντας πως θα την κλέψω, θα τη βιάσω, θα πέσω από την Ακρόπολη. Το μάτι μου γυαλίζει.


-"Παράτα τις κότες, να πάμε κάπου οι δυο μας, δεν αντέχω".


-"Καλέ, πού να πάμε;"


-"Στον Βόλο. Στο Ναύπλιο. Όπου να' ναι."


-"Εσύ είσαι για δέσιμο. Μην πιεις άλλο."


-"Κοίτα ποιά μιλάει. Εγώ δεν είμαι από τα αγοράκια που παίζεις στα δάχτυλα και κάθονται να τους ρίχνεις μπάτσες, έτσι;" Τι φτηνό θέαμα. Αλλά, όταν θέλεις να πετύχεις αποτέλεσμα, θα κάνεις κι εκπτώσεις, θα χοντρήνεις λίγο τις γραμμές σου, για να κάνεις αίσθηση. Τα λεπτεπίλεπτα δεν περνούν εδώ, μιλάμε για scrofa. Τη χουφτώνω. Με σπρώχνει.


-"Έλα, που πήρες θάαροος!" Και την κάνει.


Μπαίνει στον διάδρομο η Γεωργία, το τανκς. Με κοιτά, γελά.


-"Καλά περνάς;"


-"Πολύ ωραία," λέω, "εσύ";


Διάολε, είχα φάει τόση ώρα και δεν κατούρησα. Κατουρώ. Ξαναγυρίζω στο τραπέζι. Κάθομαι σοβαρός πλάι στη Μαρία.


Συνεχίσαμε μια χαρά. Η παρέα της επέμενε να πάμε σε ένα ξενυχτάδικο με ζωντανή, που πάει μέχρι τις 8 το πρωί. Οι κότες με ήθελαν να έρθω, τα πράγματα παίρναν αναβολή, αλλά, ήταν φρόνιμο να συνεχίσω; Μήπως, να πάω να κοιμηθώ, ήταν καλύτερα; Και γιατί; Σάμπως με την Κωνσταντίνα τι θα έκανα, καλύτερα θα πέρναγα; Θα χρειαζόταν να τις παίξω τον γκόμενό της, τον μπαμπά, το σύζυγο, όλα όσα έχει ως πρότυπο από τα μαθητικά χρόνια της, θα μου ζήταγε να τα επιβεβαιώσω, να τα ενσαρκώσω. Και να με στρεσάρει από πάνω. Κάθε της βλέμμα, να είναι ένα "Θα παντρευτούμε κάποτε; Θα τα αφήσεις όλα για να ζήσεις μαζί μου; Θα έχουμε βραδιές όπερας, ταινίες στο κανάλι της Βουλής, και διακοπές; Πες μου". Τίποτε από όλα αυτά δεν λέει, και όλα αυτά μαζί είναι. Μου το βεβαίωσε και η Μαρία του Γιάννη, που είναι παλιά μικροαστή και διορισμένη στο δημόσιο από χρόνια. Τα ξέρει, αυτά τα ελληνικά, καλά. Ενώ η Μαρία! Τι πράγμα είναι αυτή η γυναίκα... Λιοντάρι. Γι' αυτό, μάλλον δεν παντρεύτηκε. Ή παντρεύτηκε, ντρέπομαι και να ρωτήσω. Και με όποιους είχα μιλήσει, κανείς δεν μου ανέφερε να παντρεύτηκε η Μαρία. Κι εγώ δεν ρωτούσα. Σιγά-σιγά χαλάρωσα, συζητάω με τις κότες διάφορα, φαίνεται ολοκάθαρα πως έφαγα χυλόπιτα στην τουαλέτα και αυτό, αντί να με κάνει γελοίο κι αξιολύπητο, μου δίνει μια ιδιότητα αντικειμένου παράλογου σεβασμού από τις κότες. Ή, απλά, είμαι τόσο αξιολύπητος, που επιστρατεύουν όλη τους την υποκριτική να μην καρφωθούν πως με βλέπουν σαν κακομοίρη. Θα πιστέψω το πρώτο, σκέφτομαι, για λόγους ηθικού, και διατήρησης αυτοεκτίμησης.
Παρατηρώ πως η Μαρία βάζει το δάχτυλό της στο στόμα και μασά. Αυτό το έκανε όταν ήταν σε θέση αδυναμίας μαζί μου, στα ερωτικά. Κάνω πως δεν τη βλέπω, συνεχίζω να μιλάω.
Πληρώνουμε και πάμε να φύγουμε.


Μπήκαμε φυσικότατα στο αμάξι μου, χωρίς να δωθεί καμιά διευκρίνηση. Σε ένα φανάρι, διαπιστώνω πως με κοιτά με αυτό το βλέμμα που έχει σαν ηρεμεί. Τόσα λεπτά, δεν άλλαξε έναν σταθμό. Ακούμε ένα παλιό τραγούδι του Ζαγοραίου, "Ένας μπαγλαμάς μουρμούρης μα ξεμυάλισε, μας τα πήρε μέχρι φράγκο και μας άργησε".


Πού το θυμήθηκε αυτό το τραγούδι... Το χορεύαμε, στου μακαρίτη του Γιώργου το μπαρ, φοιτητές.
Φτάνουμε στο ξενυχτάδικο.


-"Μη βγάζεις τα γυαλιά σου".


-"Τα 'χω μόνο για την οδήγηση. Με εκνευρίζουν".


-"Σου πάνε."


-"Εσύ είσαι πάντα όμορφη γυναίκα".


-"Είμαι και εύγευστη".


Πού το θυμήθηκε... "Εύγεστη". Έτσι την έλεγα. Ήταν η νόστιμη γυναίκα που γνώρισα. Είχε την πιο νόστιμη, γλυκειά γεύση. Σε όλα τα σημεία του σώματός της. Θα μπορούσε να είναι και η Μελένια, του Manara, που τη βγάλαν έτσι για τη γεύση του αιδοίου της. Αυτή, όμως, ήταν καλύτερη, διότι δεν ήταν χάρτινη, ούτε στις φαντασιώσεις, αλλά στο στόμα και τα χέρια μου.


Κλάσμα δευτερολέπτου πριν δύο άνθρωποι φιληθούν, ο Θεός αφαιρεί τους περιττούς ήχους, και βάζει μια μουσική που σκεπάζει την πραγματικότητα. Τελικά, ο God, είναι πολύ χολυγουντιανός, και όποιος πει πως δεν υπάρχει το κιτς των αισθηματικών σκηνών στις λαϊκές ταινίες, δεν έχει ζήσει τον έρωτα. Είναι η μουσική που δεν ρίχνει ο μαέστρος ,όταν δεν πάει για φιλί το πράμα. Το καταλαβαίνεις, επειδή ό,τι λες ακούγεται. Και ό,τι ακούγεται, σε λόγια, προσβάλλει τον ερωτισμό. Πρέπει να ακούγεται σε σώμα. Κι όταν αυτό συμβαίνει, οι λέξεις γλιστράν απαλά και ταιριάζουν με τα κορμιά, με τον αέρα. Δεν ακούγονται σαν λέξεις. Ίσως, η μουσική του θεού τις αλοιώνει και δεν δίνουμε πια σημασία. Εκεί λοιπόν, που ο φωτιστής κι ο ηχολήπτης της ζωής χαμηλώνει φώτα και βάζει μουσική, λίγο πριν ένα φιλί, εκεί μπορείς και να πεθάνεις. Αν σου κόψουν ένα δάχτυλο, δεν θα πάρεις είδηση.


Αυτή η ηρεμία της Μαρίας, που σχεδόν ποτέ δεν είχε, παρά μόνο κάθε άνοιξη που ερωτευόταν ίσως. Αυτή η ηρεμία, αυτή κατέβασε τα φώτα και έβαλε τη μουσική. Φιληθήκαμε μετά από χρόνια, σαν να φοβόταν ο ένας, μην σπάσει τον άλλον. Σαν να προσκυνούσαμε εικόνισμα, σαν να μπαίναμε σε έναν ναό που δεν θέλαμε να διαταράξουμε με κάποια λάθος κίνηση.
Μπήκαμε στο μαγαζί. Οι καρακάξες είχαν φτάσει όπως πάντα, πιο νωρίς, βλέπεις, εμείς είχαμε και το love scene στο αυτοκίνητο.


-"Πού είσασταν εσείς; Χάσατε τον δρόμο;"


-"Είχαμε μια συζήτηση".


-"Καλή;" ρωτάει η Στέλλα, η τσαχπινογαργαλιάρα της παρέας.


-"Πολύ καλή", απαντά ήρεμα η Μαρία. Με έχει κάνει αρχικόκορα των Βαλκανίων, Εστεμμένο Πετεινό, Αυτού Πανευρωπαϊκή Μεγαλειότης Καραπούτσογλου, και ό,τι άλλο.


-"Δεν θέλω κρασί, θέλω ένα ουΐσκυ", κάνω στη σερβιτόρα ανάβοντας τσιγάρο.


Η κομπανία παίζει ωραία ρεμπέτικα. Όταν μπήκαμε είχε το "Σβήστε με απ' τον χάρτη", και τώρα παίζει το "Το χρήμα δεν το λογαριάζω". Ε, ρε, μεράκια. Ποιός φανταζόταν, μετά από χρόνια, μετά από τόσα, εκεί που έχεις αποχαιρετήσει την αθωότητα της νεανικής άνοιξης για πάντα, εκεί, έρχεται η Μαρία να σε βρει. Νόστιμη, με γκριζόξανθα μαλλιά, γαλάζια μάτια, βαρειά φωνή, και σε φιλά, και σε αγκαλιάζει, και τραγουδάτε μαζί μεθυσμένοι.


-"Θα πεθάνω"! Μου λέει στο αυτί.


-"Μην πεθάνεις" της κάνω, "ζήσε για πάντα".


-"Δεν εννούσα αυτό" μου λέει, "Κοίτα ποιός είναι εκεί, στην παρέα πίσω απ' την κολώνα".


-"Αμάν". Ο διάβολος παίζει παράξενο παιχνίδι απόψε.


-"Αν μας δει, θα πέσει κάτω, χα, χα!"


Σε μια παρέα, ήταν ο Πέτρος, φίλος, συμμαθητής μας. Έζησε όλη την φάση του τότε έρωτά μας, τα ήξερε όλα, του είχα πρήξει τ' αρχίδια, κοινώς, αν μας έβλεπε, απόψε, εμάς του δύο, μαζί, αγκαλιά, εκεί, θα έπεφτε χάμω.

Σκέφτομαι να του κάνω κάτι να γελάσουμε, αλλά, από την άλλη, άσ' το, είναι με πολύ κυριλάτη παρέα, μπορεί να κάνει δουλειές, ξέρω γω; Πλησιάζω.


-"Μωρή μουνάρα, Μητσόπουλε. Τον παίρνεις, γαμιόλα".


Γυρίζει έκπληκτος.


-"Πού είσαι, μωρή λινάτσα; Παλιοαδερφή, γριά τσιμπουκλού";


Το τραγούδι σταματά διότι τελείωσε, οπότε, το "γρια τσιμπουκλού" ξεφεύγει και κάνει όλο το μαγαζί να γυρίσει προς τα εμάς. Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας με κοιτά.


-"Θες να σου παίξω την τσιμπουκλού, αφιερωμένη;"


-"Ο κύριος το ζήτησε" λέω. Και δείχνω τον Πέτρο.


-"Ναι ρε μόρτη, αλλά εσένα είπε τσιμπουκλού".


-"Δεν κατάλαβες, είναι πιασμένος, να στρίψει ήθελε". Και κάνω μια κίνηση γκροττέσκα.


Πέφτουμε κάτω απ' τα γέλια. Το ήξερα το μαγαζί, είναι σε μέρος της Β' περιφέρειας, παλιό νεοκλασσικό, που πάνω κάνει ρεμπετάδικο, στη μέση του πουθενά. Ο ιδιοκτήτης, περίπτωση μεγάλου ψυχασθενή, ωραίου όμως. Όλοι όσοι δουλεύουν εκεί είναι για δέσιμο. Ο κιθαρίστας-τραγουδιστής με φωνή από 100 πολύποδες, ανάμεσα στα τραγούδια λέει και ιστορίες.
Αγκαλιαζόμαστε με τον Πέτρο, φιλιόμαστε.


-"Είναι και μια κυρία εδώ".


-"Ποιά ρε;"


-"Κύττα κει".


Τρελλαίνεται. Πέφτει πάνω της, τη φιλά, αγκαλιάζονται.


-"Πώς και εδώ, μαζί, εσείς οι δύο;"


-"Βρεθήκαμε τυχαία και είπαμε να πάμε βολτίτσα".


Εκείνη τη νύχτα ο Πέτρος κέρασε, κέρασε, οι κότες μια τον κύτταζαν καχύποπτα, μια ειρωνικά, μια καμακιάρικα, ούτε κι αυτές ξέραν πώς να τον κοιτάξουν.


Το ξημέρωμα πήρε την παρέα του κι έφυγε.


Στις 10.00 το πρωί βρεθήκαμε στο σπίτι της Μαρίας. Μείναμε εκεί ακόμα μία μέρα. Την επόμενη το πρωί, έφυγα για υποχρεώσεις. Η μικρή Κωνσταντίνα είχε ξεσκιστεί να τηλεφωνεί. Όταν άνοιξα το κινητό μου, ήταν τίγκα στις αναπάντητες.


-"Μην ξαναφύγεις".


-"Δεν γίνεται. Πώς θα ζήσω αλλιώς;"


-"Δεν σου λείπει η αγάπη;"


-"Πώς; Μου λείπει. Τι απ' όλα να πρωτοέχεις;"


-"Την αγάπη".


-"Κι εσύ γιατί δεν την έχεις;"


-"Την έχω. Εδώ είναι".


-"Ε, κι εγώ την έχω. Εδώ είναι. Όπου είμαι γω, είναι κι αυτή".


-"Γιατί είμαστε έτσι;"


-"Ο ποιητής λέει, ότι ο Θεός υπάρχει, όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς τη νύχτα. Εγώ λέω, κι όταν δεν μπορείς να κάτσεις σ' ένα μέρος".


-"Δηλαδή, δεν θα στεριώναμε;"


-"Δεν ξέρω. Μου υπόσχεσαι πως θα με περιμένεις ακόμη τρία χρόνια; Κάτι ακόμα να τελειώσω, και θα έρθω για πάντα".


-"Όχι".


-"Ε, είδες;"


-"Αν δεν έρθεις το βράδυ, δεν θα σε ξαναπεριμένω".


-"Μα ποτέ δεν με περίμενες. Τύχη ήταν".


Φυσικά το βράδυ δεν πήγα.

Μετά από μια βδομάδα, πέρασα έξω από το διόροφο που συναντηθήκαμε. Πήρα μια μπίρα κουτί, και περίμενα κοιτώντας τη γωνία που είχε στηθεί ο καυγάς. Άναψα τσιγάρο και απόλαυσα το ντενεκεδάκι χάινεκεν. Η Άνοιξη που σε βρίσκει καθιστό σε ένα πεζούλι θέλει μπίρα κουτί. Και μόνο.