Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Μια βραδιά στον Άι Βασίλη είχαν στεφανώματα. Ιστορία τύχης II. Μαρία η Λόλα. .

Η Μαρία δούλευε όπου έβρισκε. Προκομμένο παιδί. Πανέμορφη. Με πρόστυχη ομορφιά. Λιγνή. Και με μια βλάχικη προφορά που έσπαγε τις καρδιές των πρωτευουσιάνων σαν καρύδια. Αυτό το περίεργο αξάν της. Αυτό καύλωνε.

Ο Θάνος είχε μαγαζί. Καφενεδάκι. Απέναντι από την εκκλησία. Μάλιστα, έβαζε στη σχάρα και τα κάρβουνα, κι έφτιαχνε πολύ ωραία μεζεδάκια. Πέρναγες απ' έξω και έλεγες "Αμάν, φέρτε μου ένα πλοκάμι τώρα, για θα το ρίξω". Είχαν τσοντάρει οι γονείς κι ο Θάνος άνοιξε το καφενείο, κι αποφάσισε να το δουλέψει με όρεξη. Παρά το αταίριαστο για την ηλικία του πήρε σοβαρά τον ρόλο του καφετζή κι έγινε αγαπητός στην περιοχή. Old fashion μορφονιός. Λαϊκός. Συνοικιακός. Εργατικός. Και χωρίς πολλές μαλακοφιλοδοξίες. Σου λέει, "Να βρω και μια γκόμενα να πηδιέμαι καλά, και να της κάνω καμιά οικογένεια, να βγαίνει μεροκάματο, και να ζήσω όπως ζουν επί αιώνες οι Άνθρωποι". Δεν ήταν κάνας αμόρφωτος. Κάθε άλλο, και μια σχολή του κώλου είχε τελειώσει, και τ' αγγλικά του τα είχε, και ψιλογαλλικά, και το διάβασμα του άρεσε. Απλά, ήταν παλαιάς κοπής. Κι αυτό του στερούσε γοητεία.

Η Μαρία, κι αυτή μια λαϊκαντζούρα ήταν. Ούτε μία δεν έπιανε σε περιεχόμενο κι αρχοντιά τον Θάνο. Ούτε τις έκοβε να καταλάβει τις Ειδήσεις. Αλλά ήταν πολύ, πολύ καυλόμουνο. Ψυχρός εκτελεστής.

Τα βράδια μαζευόντουσαν σ' ένα κλαμπάκι της περιοχής, από αυτά που ξεκινάν με Dire Straits για να καταλήξουν στον Τερζή, κι ακόμα χειρότερα, στον Καφάση και τον Μπουγά. Εκεί ήρθε να δουλέψη η Μαρία. Μπαργούμαν. Καινούρια μπαργούμαν σήμαινε με απλά λόγια, όλοι οι πετεινοί, να, κάτι χαμόγελα, φιγούρα και μαγκιά συνδυασμένη με ευγένεια προς το καινούργιο πρόσωπο, και κυρίως, ελπίδες να γαμήσουνε. Τώρα θα μου πεις, είχαν περάσει 128.786 μπαργούμαν, και ζήτημα να γάμησαν 3 ως 4 άτομα, μια, δυο βολές. Ε, και; Τελειώνει αυτό; Η ελπίς πεθαίνει τελευταία, λένε. Και καλά κάνει.

Η Μαρία στα γράμματα, στα βιβλία, στα πολιτικά, δεν καταλάβαινε. Χριστό. Αλλά έκοβε το ματάκι της. Ήξερε να είναι διπλωματική. Να φέρεται. Να συντηρεί σε όλους ελπίδες. Να τους κρατά, όμως, και σε απόσταση. Ό,τι ήθελε ο αφέντης του κλαμπακίου δηλαδή. Κι εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτός το πρόβλημά του. Να του κάτσει η Μαρία. Αλλά ως κιμπάρης και τζέντλεμαν του δημοτικού διαμερίσματος, κράταγε κι αξιοπρέπεια. 'Αλλωστε ήταν από αυτούς που πηδούσαν σταθερά. Οπότε, αν το Μαράκι τ' αποφάσιζε, αυτόν θα έπαιρνε, και για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και λόγω βιογραφικού.

Ο Θάνος πήγαινε, λοιπόν, στο μπαράκι.

Ο Θάνος όπως είπαμε, δεν ήταν μπαγλαμάς. Και σινεμά πήγαινε, και τον Βούλγαρη τον ήξερε, ότι υπάρχει, και μικρός είχε κάνει και σε ΟΒα, οπότε, είχε έναν σεβασμό στα Γράμματα. Κι επειδή η Μαριώ η μπαριέρισσα ήταν κουτοπόνηρη, μπορεί να μην καταλάβαινε σε τι χρησιμεύει να ξέρεις τον Βούλγαρη, αλλά ήξερε πως αν τον ξέρεις μιλάς αλλιώς, σε βλέπουν κι άλλοι Άνθρωποι να ,μιλήσουν μαζί σου, και γενικώς δεν είσαι τσοπάνης όπως οι άλλοι που παν εκεί. Όχι όλοι βέβαια. Οι περισσότεροι. Κι ο Θάνος ήταν κι ωραίο παιδί. Δεν είχε το τσογλανίστικο βεβαίως, είχε μια σεμνότητα και μια σοβαρότητα. Αλλά αυτό αντιστάθμιζε το ξενέρωμα από καύλα, μ' αίσθημα ασφάλειας, κύρος, και θαυμασμό. Ψιλοτράβαγε και μια κοπέλα. Ε, τον πρόσεξε η Μαρία. Να κάτι κερασματάκια σε σφηνάκι. Να κάτι κουβεντούλες. Ο Θάνος δεν πολυψάρωσε, για πολλούς λόγους. Πρώτο, διότι η μπάρα δεν έχει θεό ούτε φιλότιμο. Δεύτερο, μην γκρινιάζει η ψιλοέτσι που τράβαγε. Γιατί, μπορεί να μην πολυήταν μαζί αλλά ήταν καλό κορίτσι, και το σκεφτόταν, αν δεν έβρισκε κάτι καλύτερο, να την κρατήσει. Τρίτον, ο κόσμος είναι ζηλόφθονος. Ούτε τ' αφεντικό θα γούσταρε, ούτε οι άλλοι. Κι αν σε βάλει στο στόμα η κοινωνία των Ανθρώπων, θα σου βγει και τ' όνομα, και το μάτι. Πότε, σου λέει, συντηρητικά και μουλωχτά, κι αν κάτσει, έκατσε.

Ρεπό είχε η Μαρία. Και κανόνισαν να παν σινεμά με τον Θάνο. Άκου πράγματα. Το μαγαζί, μια-δυο φορές τη βδομάδα, το είχε ο πατέρας του αν χρειαζόταν. Πήγαν, είδαν μια μαλακία στον κινηματογράφο. Πρώτο βράδυ, την πήδηξε. Πράγματα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Η άλλη του' χε σπάσει τ' αρχίδια μέχρι να του κάνει πίπα. Κι η Μαρία την πρώτη νύχτα του πηδήχτηκε σαν πρωταγωνίστρια σε τσόντα. Δηλαδή, έλεγε ο μικρός, δεν υπήρχαν αυτά, παρά μόνο στα έργα. "Τώρα βλέπω ότι γίνονται". Γιατί, μαλακάκος ήταν, εδώ που τα λέμε, σε τούτα τα θέματα. Τι του 'λεγε, " Ξέσκισέ με, ψωλαρά μου, χτύπα με και ταπείνωσέ με", έπαθε μουνόπλακα, ο καφετζής. Επειδή όμως είχε και λίγο μυαλό έκανε ρέγουλα. Σου λέει, ένα βράδυ πηδηχτήκαμε, μπορεί σε 2 μέρες να μη με ξέρει. Δεν είναι η Βίκυ που αν σου κάνει ένα πήδημα βγαίνει και λέει στις φίλες ότι τα' φτιαξε. Εδώ η Μαρία είχε γράψει κάποια km όπως δείχνει η κατάρτησις. Κι ορθά σκέφτηκε, όπως κάθε σώφρων άνδρας. Φόρεσε και το προφυλακτικό του, μην κολλήσει κάνα παράσημο, και την άλλη μέρα ήταν κύριος.

Στην αρχή δεν πολυπήγε στο μπαρ. Μη νομίζει η Μαρία ότι ζητάει κάτι παραπάνω κι αισθανθεί πιεσμένη.

Η Μαρία βάρεσε καψούρα με τον Θάνο. Κι η μία-δύο γίναν 5, 20. Ο Θάνος τη χώρισε και τη Βικούλα.

-Καλά, να χωρίσουμε, το καταλαβαίνω. Αλλά να με χωρίσεις γι' αυτό το... Το ξέκωλο, την πουτάνα, δεν το δέχομαι.

-Ρε Βίκυ, θα χωρίζαμε για έναν λόγο. Τι έγινε δηλαδή;

-Τελικά, οι άντρες, α σας καλογαμηθεί μια, τυφλώνεστε.

-Δεν είναι έτσι ρε Βίκυ. Είμαι πιο χαλαρός, ρε Βίκυ. Εσύ με σφίγγεις.

-Ρε α, στο Διάολο.

Κι η Βίκυ έκλαψε έναν μήνα. Και μετά συνέχισε να ζει όπως όλος ο κόσμος.

Στην αρχή δειλά, μετά φανερά, ο Θάνος κι η Μαρία ήταν πλέον ζευγάρι κανονικότατο. Ο πατέρας του Θάνου, ο κύριος Χρήστος, στράβωσε.

-Εμένα αυτό το κορίτσι δεν μου αρέσει.

-Τι έχει, ρε πατέρα;

-Κοίτα, η Βίκυ είχε τα στραβά της, αλλά δεν ήτανε κάνα πουτανάκι. Αυτή εδώ βρωμάει από μακριά ότι είναι.

-Λόγω δουλειάς; Και φοιτήτριες κάνουν τέτοια δουλειά. Τι να κάνει, δηλαδή;

-Καλά, ό,τι νομίζεις. Τη γνώμη μου στην είπα.

Όσο πέρναγε ο καιρός ο Θάνος τη συνήθιζε. Κι η Μαρία τον Θάνο. Κι ενώ στην αρχή κανείς δεν ένιωθε δεσμευμένος, όλα ήταν μια περιπέτεια όμορφη, σιγά-σιγά άρχισαν τα κτητικά, οι γκρίνιες, οι σκηνές.

Πέρναγε ο καιρός, κι η Μαρία πήρε πόδι απ' το μαγαζί. Έπιασε δουλειά μακριά. Σε άλλη περιοχή. Είχε καινούργια πρόσωπα να γνωρίσει. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Ο Χαζοθάνος είχε αρχίσει να την μπάζει στον ρόλο της μελλοντικής συζύγου καφετζή. Είχε πειστεί ότι έχουν δεσμό, ότι την έστρωσε, κι ότι θα τη κάνει και κυρά σοβαρή και μετρημένη. Ε, αυτά δεν περνάνε. Διότι, η πουτάνα, έλεγε ο λαός, το γαμήσι δεν το κόβει. Και δε φταιν τα κορίτσια, έτσι είναι η ζωή. Και καλώς πράττουν. Μαλάκες είναι όσοι παν να φυλακίσουν ένα ηφαίστειο σε μια κουζίνα και μια κρεβατοκάμαρα. Αν μάθεις να ζεις άναρχα μπορείς να φορέσεις χαλινάρι; Μπορείς. Αλλά μόνο με τη θέλησή σου. Μόλις κάποιος στο παίξει μπασκίνας, παπάς, πατέρας, θα κλοτσήσεις. Δεν γίνεται. Κι ο Θάνος διέπραξε την ύβρη. Σφάλμα πρώτο, τη φόρτωσε με κοινωνικό ρόλο. Η Μαρία δεν το μπορούσε. Το ήθελε, ονειρευόταν κι αυτή να γίνει μια νοικοκυρά-μάνα, να τη βλέπουν και να τη θεωρούν νόμιμη, αλλά δεν το άντεχε ο οργανισμός της. Σφάλμα δεύτερο, η Μαρία ήθελε να τον ποθεί τον άντρα, όχι να τον έχει δεδομένο. Αυτός ο μπουνταλάς ούτε γύριζε να κοιτάξει άλληνα από τότε που τα φτιάξανε.

Μάλωσαν. Τα ξανάφτιαξαν. Τέλος πάντων, κάτι οι πιέσεις των δικών απ' το χωριό, κάτι ο συναισθηματικός εκβιασμός που ασκούσε ο Θανούλης στη Μαρία, κανόνισαν τον Γάμο. Στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου, απέναντι απ' το καφενεδάκι. Σίγουρος ότι μπαίνουν τα πράγματα στο σωστό δρόμο και νικητής στο σκίσιμο της γάτας, ο Θάνος, ως νόμιζε, άρχισε να κόβει της Μαρίας και τα νυχτερινά μεροκάματα. Να τα κόβει. Ε, πώς διάολο, σου λέει, η σύζυγος θα πηγαίνει να βάζει σφηνάκια και να χορεύει στην μπάρα για τον κάθε σαπιοκοιλιά ξενύχτη...

Λίγο καιρό πριν το Γάμο όλα πήγαιναν ρολόι. Ως ότου μια μέρα, μια παρέα, 3 γνωστοί του Θάνου, βρέθηκαν στη Λάρισα. Εκεί πήγαν να πηδήξουν, σ' ένα καλυμμένο μπουρδέλο που εργαζόταν πολύ κυριλέ. Ήταν οι μέρες που η Μαρία θα πήγαινε να κάτσει λίγο στης φίλης της τής Αλέκας, στη Λάρισσα. Κι έσπασε ο κερατάς στο ποδάρι του και βρέθηκαν. Πελάτες και προσωπικό. Καλοπληρωμένο, για ομαδικό. Ορίστε; Οι φίλοι ήταν παλιοί συμμαθητές, είχαν χαθεί, και δεν έτυχε να προλάβουν να γνωρίσουνε τη Μαρία. Τράβηξαν κι ωραίες φώτο από το κινητό, με τρόπο. Τράβηξαν και βιντεάκι. Να 'χουν να θυμούνται την παρτούζα. Επειδή οι θεοί αρέσκονται να σκηνοθετούν τη ζωή με μεφιστοφελικό timing, κι επειδή ηδονίζονται να τιμωρούν τον υβριστή των νόμων της Φύσεως, το επίμαχο βίντεο περίμενε λίγο ως να φτάσει στα μάτια του Θάνου.

Αυτός δεν μίλησε. Δεν είπε καν, πως είναι η μέλλουσα κυρά του. Πήγε, τη βρήκε. Κι έγινε μπροστά της μια δεκάρα άνθρωπος. Αντί να την πετάξει έξω αγνοώντας και τον κόσμο, και τον Γάμο που ερχόταν προσεχώς, της ζήτησε τον λόγο, της έκλαψε, της εξέφρασε την ξεφτίλα που ένιωθε.

Την αγαπούσε ο καημένος. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ακόμα κι αν ήξερε ότι έκανε την πουτάνα -και μάλιστα χωρίς να έχει ιδιαίτερη ανάγκη από λεφτά, δηλαδή πουτάνα από χόμπι, σαν να λέμε- την ικέτεψε να ξεχαστούν όλα και να γίνει ο Γάμος. Τρομερά πράγματα. Αυτή, δεν πίστευε στα μάτια και στ' αυτιά της. Θα περίμενε να την πλακώσει. Να την μαχαιρώσει. Να την ταπεινώσει. Κι αυτός, ο μαλάκας, αυτοταπεινώνονταν μπροστά της κλαίγοντας και παρακαλώντας.

Η Μαρία ντράπηκε. Ντράπηκε κυρίως για την κατάσταση του Θάνου. Η χειρότερη ταπείνωση μιας γυναίκας είναι η απόλυτη ξεφτίλα του αρσενικού της. Πήρε 2 πράγματα κι έφυγε.

Την άλλη μέρα πήγε σαν κυρία και μίλησε στους γονείς του Θάνου. Και είπε την πάσα αλήθεια. Να, Θε μου, είναι, υπάρχουν κατ ώρες που η ντροπή σε σκεπάζει και δεν είσαι πια άνθρωπος, μα σκουπίδι. Διότι στη ζωή όλα τα σιάχνει η προπαρασκευή. Είσαι προετοιμασμένος για την απόλυτη ανθρώπινη ξεφτίλα; Θα ζήσεις σαν άνθρωπος. Αντίθετα, όσο πιο κολλαριστά τα σιάχνεις στο τραπέζι της παιδείας σου, τόσο θα ντραπείς αργότερα. Δεν ντρέπεσαι ποτέ για την κατάντια σου. Για τη βλακεία σου ντρέπεσαι, που δεν ήξερες πώς είναι στα μέσα του ο Άνθρωπος. Τι να σκεφτούν οι απλοί οι άνθρωποι, πάνω στην ανθρώπινη αναξιοπρέπεια! Όσοι το καταφέρνουν παν ένα βήμα πάνω ή παν στη φυλακή.

Κι είναι αυτά τα ρημάδια, τ' απογεύματα. Στον κηπάκο του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου. Με τις νεραντζιές. Με τα παιδιά που παίζουν τη μπάλα.

Χτυπούν οι καμπάνες για Εσπερινό. Κι η κυρά Ντίνα, μάννα του Θάνου και σύζυγος του κυρ Χρήστου, βγαίνει από το σπίτι.

Δεν ντρέπεται όπως ο μαλάκας ο γιος της. Όχι. Αυτά είναι παλιά γνώση για την κυρά Ντίνα.

Η κυρία Ντίνα άναψε μετά από πολλά χρόνια τσιγάρο. Βγήκε κι ο μπάρμπα Χρήστος κι άναψε κι αυτός. Αλλά εκείνος το' χε, ούτως ή άλλως, συνήθεια. Μιλήσαν κάμποση ώρα.
Και βρήκαν τη λογική λύση. Ό,τι έγινε γίνηκε. "Πάμε γι' άλλα". 'Ετσι μάθαν στη ζωή να σκέφτονται, έτσι συλλογίστηκαν. Έλα που ο ζορμπάς ο Θάνος το' χε δέσει. Ήταν θέμα εγωισμού. Και ρωτώ οποιονδήποτε που διαβάζει ψύχραιμα τούτες τις γραμμές. Θα το εξετάζατε ψύχραιμα; Αρχίδια, λέει ο αφηγητής.

Κι επέλεξε να γίνει ρεζίλης ο Αθανάσιος. Να παντρευτεί ο δούλος της μαλακίας την δούλη της ευχαρίστησης, Μαρία. Αχ, Μαρία.

Σηκώθηκε ο Θάνος. Και πήγε στο χωριό. Μίλησε στους γονείς της Μαρίας. Γεωργοί άνθρωποι. Τι να πουν... Τον καλοθέλαν.

Η Μαρία δε ξανάκλαψε ποτέ, όσο εκείνες τις μέρες. Γιατί ήξερε "Τι κακό έκαμε στο παιδί και την οικογένειά του". Απλά, αυτή ήταν η φύση της. Τι να κάνει;

Το βράδυ του Γάμου, στον Άι Βασίλη, έγιναν τα στεφανώματα. Κι η Μαριώ έγινε κορώνα-βασίλισσα στο πλευρό του μαλάκα - Θάνου. Και δεν ξανάκανε πουτανιές. Όχι επειδή ο Θάνος την παντρεύτηκε με το στανιό. Επειδή είδε, για πρώτη φορά στη ζωή της, πόσο ένας προκομμένος άντρας μπορεί να πέσει χαμηλά, για να την κάνει κυρία. Περιπτώσεις σαν του Θάνου δικαιώνονται μία στο κατομμύριο. Ο Θάνος το ήξερε, κι εμπιστεύτηκε την καρδιά του. 'Ετυχε, ήθελε ο Θεός, και του' κάτσε. Η πρώην του παντρεύτηκε έναν μπαγλαμά. Του τα φόρεσε ουκ ολίγες φορές. Η Μαρία έβλεπε και χαμογελούσε. Την ένιωθε τη Βίκυ, όπως και κάθε γυναίκα. Αυτή ήταν πια ευτυχισμένη, ήσυχη. Κι όταν κάποιοι καλοθελητές κάτσαν στο καφενείο για να κάνουν κομμάτι, τα παιδιά τους έφεραν ό,τι ζητήσαν μ' ευγένεια. Ένα είναι σίγουρο. Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Πως τα παιδιά τους θα γίνουν πιο τίμια από τα παιδιά των άλλων, καλών παιδιών. Ας είναι καλά, στη γειτονιά τους, απέναντι από τον Άι Βασίλη. Τους βλέπω συχνά, και τα πίνουμε λέγοντας τα παλιά, τα καινούρια, και τ' ανύπαρκτα.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

www.arelis.gr
περιεχει ερωτονομικον
με τις πιο τολμηρες σεξουαλικες φαντασιωσεις ολων των ειδων
ακαταλληλο για ηλικιες κατω των 18 ετων

Ανώνυμος είπε...

www.arelis.gr
περιεχει ερωτονομικον
με τις πιο τολμηρες σεξουαλικες φαντασιωσεις ολων των ειδων
ακαταλληλο για ηλικιες κατω των 18 ετων

Νίκος Γουδανάκης. είπε...

Καλά, μην το γράφεις 2 φορές, το είδα, καλημέρα.

MenieK είπε...

ΤΙ είναι το ερωτονομικόν????
Υ.Γ. Να με το θυμηθείς, αυτός ο ανώνυμος, από τη Λάρισσα είναι

Νίκος Γουδανάκης. είπε...

Φιλενάδα, δεν έχω ιδέα, ωραία λέξη όμως.

Σολομώντας είπε...

Λίγο Αλέκος Σακελλάριος μας γίνατε κύριε Γουδανάκη μου!