Κυριακή, 01 Μαρτίου 2009

Ιστορία τύχης, ΙΙΙ. Γλυκέ μου τύραννε, να μην ξημέρωνε. Μαρία η MILF.

Δουλειά δεν είχε ο Διάολος, γαμούσε τους γονέους, έλεγε ο Νικόλας Άσιμος. Κι η κυρία Μαρία έχει ένα πολύ όμορφο και καλόφημο γραφείο μεσιτικόν ακριβώς στην παραλία. Κομψή, δροσερή, έξυπνη... Κι η υπάλληλός της, η Αγγελική, είναι καλό κομμάτι, αλλά σαν την κυρία Μαρία δε υπάρχει θηλυκό. Τη θωρείς και σου σηκώνεται ανυπερθέτως ακόμα και να έχεις πιει εικοσιπέντε βότκες lemon. Έχει κι αυτό το αυταρχικό, της γυναίκας επιχειρηματίας, σε βάζει με το τρόπο της, κυριλέ, στη θέση σου, ε, δεν θέλει και πολύ. Όλοι οι άντρες της περιοχής θα θέλαν να πηδήξουν την κυρία Μαρία. Ολ οι άντρες της περιοχής προβληματίζονται, πόσο καλά πρέπει να πηδάει ο Στέλιος, ένας ήσυχος τύπος που ζωγραφίζει, μαζεύει παλιά περιοδικά, κι ακούει δίσκους κλασικής μουσικής. Εγώ είμαι πολύ τυχερός διότι η κ. Μαρία είναι η μάνα της κοπέλας μου.

-Μαμά, εμείς φεύγουμε.

-Στο καλό, αγάπες μου.

Η φωνή της κ. Μαρίας από την κρεβατοκάμαρά της. Ερχόμενοι κι οι δύο από τι υπνοδωμάτιο της Κατερίνας προχωράμε στον διάδρομο, στο τέλος του οποίου βρίσκεται το μαγικό δωμάτιο που φιλοξενεί την πιο σέξι γυναίκα όλων των ηπείρων. Η τηλεόραση ανοιχτή, και το μόνο που μπορώ να δω από τη θεά είναι τα γυμνά της πέλματα, στο τέλος του κρεβατιού. Στρίβουμε δεξιά προς το hall που βγάζει στην πόρτα του διαμερίσματος, πάλι καύλωσα. Πιάνω με μανία τον κώλο της Κατερίνας. Αυτή βγάζει ένα αχ και γελάει ξαφνιασμένη ευχάριστα. Μόλις μπούμε στο ασανσέρ θα τη βιάσω τέσσερις φορές, σκέφτομαι.

Πράγματι, στο ασανσέρ παίζουμε για λίγο τον βιαστή και το θύμα του, αλλά μας διακόπτει το άνοιγμα της πόρτας στο ισόγειο, από τον μπαμπά της Κατερίνας και σύζυγο της θεάς του έρωτα, κύριο Στέλιο. Μας χαμογελά.

-Τι κάνεις, Αποστόλη;

-Καλά, Στέλιο μου. Τα δικά σου;

-Καλά, καλά. Να πάτε ν' ακούσετε στο Μέγαρο, που θα κάνουν βραδιά - αφιέρωμα στο Καρυωτάκη. Θα είναι κι ο Νταλάρας, αλλά κατά τ άλλα αξίζει.

Στον πούτσο μας λουλούδια, σκέφτομαι. Να πάει αυτός στο μέγαρο και να πάρει την κόρη του και να μας αφήσει να γευτούμε λίγο τη ρόγα της γυναίκας του, αν αγαπά στ αλήθεια τους νέους, όπως παριστάνει.

Όταν πλησιάζει το καλοκαιράκι, στην παραλία, όλα τα κορίτσια ομορφαίνουν. Ή αυτά, ή τα μάτια μας, που γκρινιάζουν γριπιασμένα, γεμάτα πυρετό, όλο τον χειμώνα, και με το πρώτο φέγγος του ανοιξιάτικου ήλιου μαθαίνουν να ελπίζουν, και να χαίρονται ό,τι βλέπουν. Όπως και να΄χει, η κυρία Μαρία, καλοκαίρι-χειμώνα-άνοιξη-φθινόπωρο, είναι σκέτη καύλα. Και με γρίπη, και με κομμένο πόδι, και με λέπια και ουρά να είσαι, θα τη βρεις χάρμα οφθαλμών.

Η Κατερινούκα θέλει να πάμε την πατροπαράδοτη βόλτα ως το μόλο, όπου εμείς με άλλα 3.076 ζευγάρια θα φιλιόμαστε φλερτάροντας με τον κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούμε στη θάλασσα, από ένα μεγάλο ύψος, αυτό του κυματοθραύστη, και να τελειώσουν όλα τόσο άδοξα, προτού προλάβουμε να γίνουμε κάτι σπουδαίο, ή να τραβήξουμε ακόμα μία μαλακία για την κ. Μαρία.

Η Κατερίνα δε έχει σχεδόν τίποτα από το βλέμμα της μητέρας της. Είναι γλυκιά κοπέλα, θα έλεγεε κανείς πως τη θένε σχεδόν όλοι ο γκόμενοι, έχει γλυκό καστανόξανθο μαλλί σαν μέλι, ένα θεϊκό κάτω χείλος, που νομίζεις πως χαμογελάει πάντοτε, και μια φωνή γεμάτη μουσική και καλοσύνη. Επίσης, δεν είναι μυξοπαρθένα και σοβαροφανής, πράγμα που την ανεβάζει πολύ στα μάτια ενός άντρα. Αλλά έχει κάτι από τη σεμνότητα και τη δημοκρατικότητα του μπαμπά της, σαν να λέμε σκεπτόμενη Αριστερά, ΚΚΕ Εσωτερικού σε σύνταξη, πράγμα που της αφαιρεί σεξουαλικότητα, αυταρχισμό, διεστραμμένη πρόκληση. Ενώ η μητέρα της είναι γεμάτη από διεστραμμένη πρόκληση. Όλη της η συμπεριφορά είναι μια πρόκληση. Πρόκληση σε μαλακία, διότι με έναν άλλον τρόπο κρατάει τους πάντες σε απόσταση. Ούτε που σου περνά από το μυαλό να πεις την παραπάνω κουβέντα.

Αυτές τις μέρες πλησιάζει Πάσχα και όλα γύρω γίνονται μυστηριωδώς πορφυρά. Τα φιλιά μας, με την Κατερινούκα, είναι πορφυρά, που βάφουν με βαθύ χρώμα, χείλια, μάγουλα, φλέβες ματιών... Καθώς ξαπλώνουμε στον κυματοθραύστη φαντασιώνομαι τη μητέρα της, κι αυτό με κάνει ταύρο. Σκοτεινιάζει, τα κύματα χτυπούν περισσότερο τσαμπουκαλεμένα, κι εγω σκέφτομαι πόσο θέλω να πηδήξω την κ. Μαρία.

Σαν επιστρέφουμε σπίτι, η Κατερίνα με κοιτά με αυτό το πολύ φρόνιμο, ικανοποιημένο, κι αγαπησιάρικο βλέμμα. Σαν να με λέει, "Είμαι πολύ τυχερή που σ' αγαπάω". Ποπό, σκέφτομαι, της πουτάνας θα γινόταν αν ήξερε ότι θέλω να γαμήσω την μάνα της. Ο Στέλιος, ο μπαμπάς της, θα πειραζόταν πολύ λιγότερο.

Το βράδυ, απ αυτά που δεν έχω καθόλου ύπνο, από τς κωλονύχτες που δε θες να κοιμηθείς με την γκόμενά σου, δε θες να κοιμηθείς μόνος σου, δε μπορείς να γράψεις ή να διαβάσεις, κι ο Θεός χορεύεις Κότσαρην στην καρδιά σου, βγαίνω να πιω μια βότκα. Είναι η ώρα δύο περίπου. Περπάτησα, περνώ τα περίπτερα με τα κόμιξ, τα Goodies, τα McDonald' s -αυτά παν πακέτο- και μπαίνω σε ένα μπαράκι. Ο ιδιοκτήτης, ξάδερφος ενός κολλητού μεγαλύτερου, χαιρετά βιαστικά ανώ κάτι λέει έντονα με μια ψηλή. Η μπαργούμαν με καλησπερίζει και με ρωτά αν είναι βότκα. Της απαντώ με ύφος αλκοολικού συγγραφέα από φιλμ, σκέτη ξεφτίλα λέμε, πιο βλακώδες στιλ δεν υπάρχει. Τουλάχιστον από τότε που' γίνε κλισέ.

Είμαι στη δεύτερη βότκα κι αρχίζω να νιώθω πολύ καλύτερα. Η ανησυχία έφυγε, είμαι ασφαλέστερος, και μπορώ να ανατιμετωπίσω τα πάντα ψυχραιμότερα. Μπαίνει μια παρέα γυναικών. Χα. Χα. Χα. Χι. Χο. Χε.

Η κ. Μαρία βρίσκεται μεταξύ αυτών όπως ο συνταγματάρχης διοικητής μονάδος ανάμεσα σε λοχαγούς. Αγέρωχη, ευγενική με όλους, χαιρετά το αφεντικό με σύνεση. Αυτός παρατά, πετώντας, την ψηλή και τρέχει να πλύνει με τα σάλια του το έδαφος που θα περάσει η κ. Μαρία. "Σιγά, ρε μαλάκα, θα γκουρλωθείς" σκέφτομαι. Τι Καραγκιόζηδες που υπάρχουν, ρε πούστη μου! Όταν περάσει απ το χέρι μου θα τους κόψω τα πουλιά και θα τους δέσω σε πλατεία, να τρων σφαλιάρες. Η κ. Μαρία, πάντα ευγενική, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κουβέντα, αν και το χαμόγελο που του έσκασε ψιλοείχε μια δόση, δοσούλα, ερωτισμού. Χμ... Ζηλεύω. Εγώ δε θα μπω στην ουρά να χαιρετίσω, σαν αρχιμαλάκας, την βασίλισσα. Ζήτω ο Μπετόβεν, κάτω ο Γκαίτε. Θάνατος στους σφουγγοκωλάριους της εξουσίας και της δύναμης.

Κάθομαι καλά, πολύ κυριλέ, και συνεχίζω την βότκα. Κάποια στιγμή η κυρία με βλέπει. Τη βλέπω που με βλέπει. Δεν αντιδρώ. Κάνω το σοβαρό. Βλέπω με την άκρη του ματιού μου πώς, ευγενικά, κάνει στην άκρη τον κολλιτσίδα που την πλεύρισε, κι έρχεται κοντά μου. Εδώ θα δείξω πόσο κουλ είμαι. Αν κρίνω από τον άντρα που διάλεξε αυτή η γυναίκα για σύντροφο ζωής, δεν θέλει σφιγμένους, θέλει να είναι, κανείς, στον κόσμο του. Κάθεται στο διπλανό σκαμπό. Όπα. Τι είναι αυτά; Νιώθω να μου σηκώνεται. Λίγο προτού κάτσει, κατάφερα να βάλω τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπό μου, όπως κάνει κάποιος από κούραση ή απελπισία. Λίγο φτηνό θέαμα, αλλά πέστε μου, αν με αυτή τη γυναίκα έχεις ψυχραιμία, στην ηλικία μου, να κάνεις κάτι καλύτερο. Εδώ, σαραντάρηδες, και ρεζιλεύονται.

-Σου συμβαίνει τίποτα, μωρό μου;

Αυτά τα "Αγάπη μου", " Μωρό μου", τα έχει ψωμοτύρι, η ρουφιάνα.

Σηκώνομαι ξαφνιασμένος.

-Ε; Ω, κυρία Μαρία, συγγνώμη, πότε ήρθατε; Δε σας είδα.

-Τόσο αδιάφορα περνάω στο πλήθος; Εγώ νόμισα πως έχω... Πώς το λέει ο Στέλιος; Εκτόπισμα.

-Μπα, μάλλον είστε μια μετριότητα.

-Χα. Δεν το πιστεύω, τι ακούω από τον πιτσιρικά.

Σ' αυτά είμαι πολύ γάτα. Όταν μεγαλώσω κι αποκτήσω κοινωνικό στάτους κι εξουσία, θα είμαι ο πιο άνετος πλούσιος του Κόσμου. δεν ξεπέφτω σε φτήνιες, σκέφτομαι. Ήδη βρίσκομαι μισοκαβάλα στ άλογο.

Η Μαρία, -η κυρία Μαρία δηλαδή, που απόψε ελπίζω να γίνει Μαρία- φωνάζει μια κολλητή της.

-Κική, άκου τι λέει ο φίλος της κόρης μου. Ότι είμαι μια μετριότητα.

-"Καλά, δεν ντρέπεσαι; Η Μαρία μετριότητα; Αν δεν την ήξερες και την έβλεπες στο δρόμο αυτό θα σκεφτόσουν;" Ξηγιέται η Κική -άκου όνομα.

-"Τι θα σκεφτόταν το παιδί, αν έχει μια γκόμενα σαν την Κατερίνα, εμένα θα κοιτάξει", μιλά η δήθεν μάνα-κυρία Μαρία.

Ρε πούστη μου, σαν πολύ δεν παραχοντραίνει το παιχνίδι; Λίγο πιο σιγά δε μπορούμε να το εξελίξουμε, να έχω κι εγώ έναν έλεγχο;

-"Τι κάνεις, μόνος σου, εδώ, απόψε" με ρωτά εκπνέοντας στ αυτάκι μου.

-Δεν έχω ύπνο.

-Δε μαλώσατε με την Κατερίνα, την είδα μια χαρά.

-Όχι, απλά με πιάνει η άνοιξη.

-Σε κουράζει η μικρή μου;

-Ε, ξέρετε πώς είστε, οι γυναίκες.

-Εσύ ξέρεις;

Ε, αφεντικό του σύμπαντος, σε παρακαλώ, κάνει κράτει. Δεν είναι ταινία, είναι ζωή, και δεν προλαβαίνω. Τι να πω τώρα;

-Φαίνομαι να ξέρω;

Είναι μεγάλο χάρισμα να λες τέτοια πράγματα με ύφος που δείχνει ότι είσαι σπουδαίος και κουλ, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας βλάκας. Δε ξέρω τι φαίνεται απ έξω κανονικά, αλλά μένα μου κάνει για πολύ στιλ.

-Θα πιεις από μένα ένα, ή ήθελες να φύγεις;

-Τώρα που ήρθατε θα φύγω;

-Ωραία.

Λοιπόν, αυτό χαμόγελο δεν το ξανάειδα στην κ. Μαρία. Ίδιο με της κόρης της. Μυστήριο πράγμα. Λες να γίνει έτσι και Κατερίνα; Αν είναι, να επενδύσω, βρε αδερφέ. Αρκεί να μη μου τη χαλβαδιάζει όλη η πόλη, ενώ εγώ μαζεύω δίσκους κλασικής μουσικής. Διότι, εγώ ξέρω, δε θα είμαι σα το Στέλιο. Θα τα πάρω, και θα μειώσω τον εαυτό μου, και σίγουρα θα μου τα φορέσει. Και τότε θα γελάν όλοι μαζί μου, και πιο πολύ οι μαλάκες που σαλιαρίζουν στα μπαρ.

-Βάλε ένα του Απόστολου, ό,τι πίνει.

Και το πίνουμε παρέα. Η ώρα περνά χαλαρά με τη συζήτηση να πάει στο τι θέλω να κάνω, στο τι με πειράζει... Η κ. Μαρία έχει κύρος διότι ποτέ δεν μιλά για τον εαυτό της. Πάντα εξετάζει αυτά που της λεν οι άλλοι. Αυτό θα το κρατήσω για όταν μεγαλώσω.

Σιγά-σιγά οι ελεεινοί σαλιάρηδες, τα σκουλίκια του νεκροταφείου, πλησιάζουν με γαμψά νύχια προς το μέρος μας. Σαφώς ενοχλημένοι που η θεά της πόλης δεν κάνει παρέα μαζί τους, με κυττούν με μίσος. Πόσο φοβάμαι, Θε μου... Αυτοί είναι ικανοί να με λιντσάρουν σα Νέγρο που φίλησε Λευκή. Ρε πούστη, μην τύχει και προκόβει άνθρωπος σ' αυτή τη χώρα. Αμέσως, να τον φαν.

Η κ. Μαρία τους αντιλαμβάνεται, αλλά έχει σιγουριά. Κι εγώ, αν με ήθελε μισό εκατομμύριο συμπολίτες μου α με γαμήσουν κι ήμουν παντρεμένη γυναίκα, να δεις σιγουριά που θα' χα. Τώρα θέλουν να με γαμήσουν όλοι οι άντρες του μαλακισμένου κωλόμπαρου, αλλά στο ξύλο.

Σταματώ.

-Κυρία Μαρία...

- Κεριά, λιβάνια, κι εξαπτέρυγα.

"Μαρία", χα, να το πρώτο! Το πα στη ζωή είναι να έχει στόχους. "Νομίζω πως οι παρέες σας θα με γδάρουν, που σας στερώ".

-Σιγά τις παρέες. Μιλάω με το αγόρι της κόρης μου.

-Α, με καταϋποχρεώνετε, θέλω να πω, με καταϋποχρέωσες. Αν δεν ήμουν φίλος της Κατερίνας δεν θα είχες τίποτα να μου πεις. δεν χρειάζεται να κάνετε οικογενειακή υποχρέωση, συγγνώμη, "Να κάνεις" ήθελα να πω. Είναι αργά τη νύχτα.

Αυτό το είπα, αλλά με τόσο σταρχιδισμό και πλακατζήδικη διάθεση, που δεν πέρασε διόλου ως γκρίνια.

-Άντε, Μαρία, έλα να σε δούμε λίγο! Κάθεσαι με τον Παλαμά τόση ώρα, θα σε ζαλίσει!

Εδώ ήταν. Στις κλειστές κοινωνίες πρέπει να είσαι ζώον. Παλαμά με βγάλαν αυτοί οι μαλάκες φίλοι του ξαδέρφου, επειδή καμιά φορά κάθομαι στη μπάρα με χαρτί και σημειώνω κάνα στιχάκι, μαλακίες δηλαδή. Αλλά εδώ ήταν βρώμικο.

Η Μαρία δεν αντιδρά. Καταλαβαίνει ότι τσαντίζομαι.

-Παλαμά, γράψε κάναν στίχο εσύ, η κ. Μαρία θα έρθει να χορέψουμε!

-"Ρε, δεν πας να γαμηθείς;" Του λέω.

Η Μαρία με κοιτά και χαμογελά.

-"Κοίτα το μικρό που πήρε κι αέρα. Πιπέρι στο στόμα θα σου βάλω", απαντάει αμήχανα ο λεχρίτης.

-Πάρε και βάλε τίποτ άλλο στο στόμα. Σε κάλεσε κανείς, ρε;

Και κει που πάει να μου τσιμπήσει με τρόπο χυδαίο το μαγουλάκι, του χώνω μια μπουνιά.

Η Μαρία σαστίζει.

-Απόστολε! Ρε Μάριε, τι θες, σε πείραξε το παιδάκι;

-"Μαλακισμένο, θα φτύσεις το γάλα της πουτάνας της μάνας σου..." Κάνει ο Μάριος,

Από κοντά πέφτουν όλοι οι γεροσαλιάρηδες του μαγαζιού, με προεξάρχοντα τον καταστηματάρχη, τον αρχιγύφτο, να με απειλούν. Η Μαρία είναι μπροστά μου και τους κρατά σε απόσταση. Λες και και τη φοβούνται μην τους δείρει, οι μουνόδουλοι. Ρε πούστη, άλλο να είσαι μουνολάτρης και άλλο μουνόδουλος. Το πρώτο είναι πάθος, το δεύτερο σκέτη γλίτσα.

Οι φίλες της Μαρίας πέφτουν στους μαλάκες και τους βρίζουν. Γίνεται της πουτάνας. Πάνω στην αναμπουμπούλα βρίσκω ευκαιρία και χώνω μια γερή φάπα στο Μάριο. Προτού προλάβει και με σκοτώσει στο ξύλο, με βουτάει από το χέρι η Μαρία και την κάνουμε.

Αφήνουμε πίσω, ένα μαγαζί μπουρδέλο.

Μπαίνουμε στο αμάξι της. Ξεκινά. Χτυπά κινητό, η Μαρία κοιτά ποιός είναι.

-Έλα. Ναι. Μπήκαμε στ αμάξι και φύγαμε. Βρε δεν παν να πνιγούν οι κομπλεξικοί... Τον πρόσβαλαν πρώτοι... Και λίγες τους έριξε... Ναι... Χα... Τα λέμε.

Δεν πιστεύω σ' ό,τι ακούω.

-Συγγνώμη για αυτό που έγινε, αλλά δεν το αξίζω να μου μιλά έτσι, ο μαλάκας.

-Πού θα πάμε;

-Όπου θες.

-Όπου θέλω;

Φρέναρε. Με κοιτά καχύποπτα.

-Τι συμβαίνει;

Κοιτά λίγο πιο κάτω από το κεφάλι μου, κι ακόμα λίγο πιο κάτω, και χωρίς να κοιτάξει το σώμα της, κατορθώνει και βλέπει κάθε σημείο και των δύο μας.

Με κοιτάζει πολύ ώρα στα μάτια.

Είμαι κατακόκκινος, είμαι σε στύση, είμαι χάλια, είμαι καλά.

Με κοιτά. Θε μου. Πόση ώρα; 2 ώρες, 3 ώρες.

Ξημερώνει κι ακόμα με κοιτά.

Το ράδιο έχει παίξει ό,τι υπάρχει σε ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, έχει πει ειδήσεις, έχει πει χορηγούς, έχει πει την ώρα.

Περνάει το πρώτο λεωφορείο. Κι ακόμα με κοιτά.

Ο ήλιος είναι ντάλα, τελείως πρωί.

Δε βλέπω πια τη Μαρία, δεν υπάρχει Μαρία. Έχω το ζαλισμένο βλέμμα αυτού που κάνει έρωτα, που δεν έχει κανονικό ρόσωπο μπροστά του, αλλά κάτι ούτε θηλυκό ούτε αρσενικό, αλλά το εν μέρος του όλου.

Η Μαρία βάζει μπρος και φεύγουμε.

-Καλημέρα.

-Καλημέρα.

-"Καλή δουλειά" της λέω.

Καλά ήταν, αλλά αυτό ήταν. Παραπάνω δε γίνεται.

-"Να ξεκουραστείς" λέει.

Πάω να βγω.

-Να σου πω.

Γυρίζω.

-Κλείσε τη πόρτα.

Οδηγεί λίγο πιο κάτω. Στρίβει σ' ένα αδιέξοδο. Κοιτά δεξιά-αριστερά και μπρος-πίσω, κι αρχίζει να με φιλάει.

-Καλημέρα. Πήγαινε.

Βγαίνω σαν υπνωτισμένος απ' το αμάξι.

Το αυτοκίνητό της απομακρύνεται.

Κατά το μεσημέρι παίρνω ένα μήνυμα. "Ήθελα πολύ καιρό να δω πώς φιλούν την κόρη μου. Τώρα ησύχασα. Θα μας αντέξεις και τις δυο, για λίγο;"

Για την κόρη δεν ξέρω, δεν το κόβω μάγκες μου, αλλά την κυρία Μαρία... Της δίνω και το ένα μου πόδι. Δύο... Τρία... Θα δανειστώ να δώσω... Χα.