Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ένας μπαγλαμάς μουρμούρης μας ξεμυάλισε. Ιστορία τύχης πρώτη. Μαρία, η Κλεοπάτρα.

Έξω από το διόροφο κτίριο βρέθηκε η Μαρία, παλιά συμμαθήτρια και ψιλογκόμενα. Με γκριζόξανθο μαλλί ίσιο, και την ίδια εκνευριστική φωνή που αποκτούσε όταν μέθαγε. Πιο πέρα σουβλατζήδικα, παρέες Αντιεξουσιαστών, wannabe καλλιτεχνών, αεριτζήδων, τσίκνα ανοιξιάτικη, και η Μαρία, να ψοφά, όπως πάντα, για παρεξήγηση. Είχε πιάσει έναν λελέ από τον γιακά και τον ταρακούναγε ρωτώντας τον, τι θέλει, αν έχει κανένα πρόβλημα, και άλλες προσωπικές γενικές ερωτήσεις. Ο Γιάννης με τη δική του Μαρία ήταν δίπλα και περίμεναν να πάρουν μια διπλή με κεμπάπ, και με πλησίασαν να με ρωτήσουν αν θέλω καμιά μπίρα κουτί.

-"Όχι, φχαριστώ". Πω, πάνε τα χρόνια που μπορούσα να πίνω κουτάκι μπίρα στον δρόμο.


Η Κωνσταντίνα μου τύλιξε το χέρι στη μέση ακουμπώντας το μαγουλάκι της πάνω μου, εγώ μόνο αυτό δεν ήθελα, τη χαϊδεύω τελείως πατρικά, και πλησιάζω τη Μαρία την παλιά, που επέμενε να ρωτά τον λελέ τι θέλει. Η παρέα του λελέ, μάλλωνε με κάτι άλλες γκόμενες, όλες από 30-45, δεν κατάλαβα, όλοι πιωμένοι. Πήγα δίπλα στη Μαρία.


-"Θες τίποτα, ρε;" Επέμενε. "Γεια σου", μου είπε βιαστικά.


Ο τύπος με ντράπηκε, αλλά σκέφτηκε λάθος. Τη έσπρωξε αγχωμένα, και πήγε να τη χτυπήσει, οι άλλες γόμενες του χυμήξαν σαν μαινάδες να τον κατασπαράξουν, έφαγα μια ξώφαλτση από τη χοντρή φίλη της Μαρίας, τσαντίστηκα, της έχωσα ένα γερό χαστούκι. Πάω στον λελέ και του πιάνω τα χέρια.


-"Άσε με κάτω", μου φωνάζει με σκισμένη φωνή, έξω φρενών από την ντροπή του, που τον δέρνουν τόσες γκόμενες.


-"Θες κανα καλαμάκι σκέτο;" ρωτάει η Μαρία του Γιάννη, ερχόμενη από το κεμπαμπτζήδικο.


-"Όχι, περιμένετε, φάτε τα, κι έρχομαι".


-"Όλα καλά;"


-"Τζάμι".


Ο τυπάς με παρακαλά βρίζοντάς με, να του αφήσω τα χέρια κάτω. Πιο πέρα, οι γκόμενες λογομαχούν έντονα με την παρέα του θύματος.


-"Ηρέμησε, ρε μαλάκα". Του λέω. "Τι θέτε, να πούμε, αφήστε τα κορίτσια".


-"Ρε μαλάκα, αυτή η μαλάκω η ξανθιά, μας ειρωνεύεται 3 ώρες τώρα"...


-"Ποιά είναι μαλάκω, ρε ηλίθιε;" Η Μαρία ορμά σαν σπάιντερμαν.


-"Κάτσε πέρα εσύ".


Ο Γιάννης έρχεται, κρατώντας μια διπλή πίτα με μπιφτέκι, με τσατσίσκι στη μουσούδα του.


-"Πάρε δαγκωνιά".


Εκείνη τη στιγμή, ο λελές, σηκώνει απότομα τα χέρια του, αγαναχτισμένος, τινάζει τα δικά μου στον αέρα, και φωνάζε.


-"Ε, άι στο διάλο, ρε φίλε! Μου κρατάς τα χέρια να με σφαλιαρίζει η καριόλα;"

Η Μαρία ξαναορμά, ο κόσμος έχει κάνει το γέλιο της μαϊμούς, και εγώ δεν βλέπω μπροστά μου, από τα τζατζίκια που μου' ρθαν στο πρόσωπο.


Ο Γιάννης τσαντισμένος, προσπαθεί να μπει στο σμήνος των γυναικών που προπηλακίζουν τον λελέ, μπας και ρίξει καμιά κι αυτός. Πιο πέρα, οι φίλοι του λελέ διαφωνούν έντονα, στην ουρά με τα κεμπάπ.


Ο καυγάς έληξε με την επέμβαση των ψυχραιμότερων, και με το πλησίασμα ενός περιπολικού.
Ήμουν γεμάτος τζατζίκια, ντομάτα, κρεμμύδια.


-"Πάχυνες", μου κάνει η Μαρία. Πάντα cool.


-"Πέρασα δύο εγκυμοσύνες", της λέω.


-"Γεωργία, πάτε να φάτε; Είσαι με παρέα; Θα έρθεις να φάμε; Το μαλακισμένο, είχε το θράσος να βγάζει και γλώσσα".


-"Όλο τσακώνεσαι όταν σουρώνεις".


-"Αν είναι να μ' αρχίσεις το μάθημα, μετά από 200 χρόνια, πάνε στους φίλους σου".


-"Γιάννη, πάμε με τα κορίτσια για φαΐ; Έτσι κι αλλιώς, το' χασες το σουβλάκι σου." Γυρίζω στη Μαρία. "Πού πάτε;"


Μου λέει, και το επαναλαμβάνω δυνατά. Κάποιος από μια παρέα νεαρών γελά δυνατά και λέει να παν κι αυτοί, γιατί οι γκόμενες έχουν γέλιο. Οι γνωστοί ψυχραιμότεροι δεν επιτρέψαν να ξανανάψει καυγάς.


-"Έχεις αμάξι;"


-"Ναι".


Την ώρα εκείνη πλησιάζει η Κωνσταντίνα. Πού στην ευχή ήταν τόση ώρα;


-"Πού ήσουν εσύ;"


-"Τηλεφωνούσα στον αδερφό μου. Να δω τι ώρα θα επιστρέψει σπίτι". Και τσουπ, με αγκαλιάζει με αυτόν το εκνευριστικό εφηβικό τρόπο.


Τότε κοιτάζονται οι δύο τους. Σαν να έβλεπες τον Νταβέλη με τον Ζαμπούνη. Ψιλοαρέστηκα, όταν η Μαρία την κοίταξε την μικρά με λίγο, πώς να το πω... Ανταγωνιστική διάθεση... Χαζοαντιζηλία; Και η μικρή, ευχάριστη έκπληξη, όμως. Κοίταξε συνοφρυωμένη.


-"Ντινούλα, θα πάμε να φάμε με τη Μαρία και την παρέα της. Δεν σας σύστησα".


Τις συστήνω.


Με πιάνει απ' το μπράτσο ο Γιάννης.


-"Μήπως κάνεις μαλακία;"


-"Έλα μωρέ, τι μαλακία, ωραία θα περάσουμε".


-"Με τη Μαρία δεν θα ' ρθούμε. Δεν κολλάμε πουθενά."


-"Καλά, όπως θέλετε".


-"Αν πιείτε κι άλλο, πάρε ταξί κι άσε το αμάξι όπου είναι".


-"Εννοείται".


-"Να σου πω!" Κάνει η μικρή Κωνσταντίνα. Με παίρνει παράμερα. "Εγώ δεν έχω καμία όρεξη να έρθω με αυτή την παρέα. Εμείς βγήκαμε με τον Γιάννη και τη Μαρία. Τι δουλειά έχουμε;"


-"Καλά, πάνε σπίτι, εγώ θέλω να τα πω λίγο με τη φίλη μου".


-"Είσαι καλά;"


-"Ναι βρε, πάνε σπίτι. Τα λέμε αύριο".


-"Μην τολμήσεις να με πάρεις τηλέφωνο, μετά από ό,τι λες".


-"Τι θα γίνει, θα έρθεις;" Φωνάζει από την άλλη η παλιά Μαρία. Θεέ μου, όπως και τότε, η φωνή της με διατάζει. Μπορώ να τα γαμήσω όλα για μια στιγμή με την πάρτη της. Δεν το πιστεύω. Μα, τόσο χαλβάς παρέμεινα;


-"Κωνσταντίνα, κάνε ό,τι θες. Εγώ θα τηλεφωνήσω αύριο".


Ούτε που το σκέφτηκα, ούτε που περίμενα να δω την αντίδραση της μικρής, ότι όλα είναι τέρμα, όλα εντάξει. Ούτε που με ένοιαξε τίποτα. Με τραβούσε αυτή η πουτάνα σαν σειρήνα. Όπως τότε.
-"Πολύ στεγνά το πούλησες το κοριτσάκι".


-"Δεν είναι τίποτα. Μαλακίες. Τη βαριέμαι κιόλας".


-"Μια ζωή τέτοιο γαϊδούρι".


Το βήμα μου άρχισε να ελευθερώνεται. Περπατούσα πια, πλάι της, αεράτος, ελαφρύτερος.


Ανοιξιάτικος.

Μπήκαμε στο αμάξι. Τα ήξερε όλα τα νέα μου, τι κάνω, πού είμαι, πώς είμαι. Μου' πε ακόμα, πως με κουτσομπολεύαν συχνά με την Αρετή, άμα βρισκόντουσαν για καφέ, ή σε καμιά δουλειά. Είχα μεγάλη αγωνία, να μάθω αν είναι με κανέναν. Θα μου πεις, γιατί, σάμπως υπήρχε καμιά περίπτωση σοβαρού ενδιαφέροντος, ή, τι νόημα είχε; Γιατί θα ήταν καλό ή κακό να είναι παντρεμένη, με παιδί, χωρισμένη, ή ό,τι άλλο; Παπαριές. Σε μερικούς έρωτες συμβαίνει να υπάρχει κτητικότητα και μετά από 500 χρόνια. Κι ας μην υπάρχει καμιά διεκδίκηση. Όχι σε όλους τους έρωτες, όμως. Μόνο σε αυτούς που στο πρόσωπο του άλλου, αναγνωρίζεις ένα άξιο "αντίπαλο", τραβάς ζόρι, επειδή είναι το ίδιο ξεροκέφαλος με σένα. Μόνο σ' αυτούς που δεν επέζησαν, επειδή κι οι δυο μοιάζατε σαν δυο σταγόνες νερό. Νιώθεις πάντα με αυτές τις γυναίκες σαν ώριμος εραστής. Πολύ παράξενο. Αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο Ρώτας κάποτε, για να περιγράψει τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα.


Η Μαρία άλλαζε διαρκώς σταθμό.


-"Σου παν αυτά τα γυαλιά".


-"Δεν είναι λίγο αδερφίστικα"; Τη ρωτάω.


-"Όχι, εξευγενίζουν τη βλαχόφατσά σου. Μια χαρά είναι. Διανοουμενίστικα, κι έτσι".


Φτάσαμε στο μαγαζί. Οι άλλες κότες της παρέας ήταν ήδη εκεί. Βλέποντας τους γύρω θαμώνες, βεβαιώθηκα πως θα ξαναπλακωθούμε απόψε.


Κάθησα κι εγώ, δίπλα στη Μαρία. Ρε παιδί μου, τι παράξενο πράγμα. Όπως όταν μια γυναίκα κάτσει ανάμεσα σε πολλούς άντρες, και τους βλέπεις που μαζεύονται στην καφρίλα, έτσι κι οι γκόμενες, άμα έρθει άντρας στην συντροφιά, μαζεύουν τα κακαρίσματα.


Απέφυγα τη λιποθυμία στην επίμονη ανάκριση των πουλερικών, για τα πάντα γύρω από τη ζωή μου. Το φαγητό όμως ήταν πολύ καλό.


Το θέμα ήταν να μείνω στο τέλος μόνος με τη Μαρία. Τα υπόλοιπα, θα τα άντεχα, ακόμη και αν χρειαζόταν να περπατήσω με τις κάλτσες στα κάρβουνα, σαν τον Βέγγο, ακόμη και αν έπρεπε να ακούσω τον Νταλάρα επί μία ώρα να τραγουδά ισπανικά, ακόμη και αν έχανε η ΑΕΚ τη δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα.


Η Μαρία πάει τουαλέτα. Περιμένω λίγο. Πάω κι εγώ. Καρφώνομαι-ξεκαρφώνομαι, πού θα τις ξαναδώ, τις γίδες;


Διάδρομος, αλλού οι γυναικείες, αλλού οι αντρικές. Κι αν μπω, και την ώρα που είμαι μέσα, βγει; Ανοίγει η πόρτα των γυναικών, παίρνω το ύφος του ψιλοσουρωμένου που ψάχνει τις τουαλέτες, δεν είναι η Μαρία, τσάμπα το ρεσιτάλ. Με τα σού' πα και τα μού'πες, κι αφού βγήκαν όλες οι γυναίκες της πόλης από μέσα -μα τι διάολο, τουαλέτα είναι αυτή, για κινηματογράφος- βγαίνει και η Μαρία. Πάνω που βγαίνει, ξαναπαίρνω το στιλ του μισοσουρωμένου καυλιάρη που ψάχνει το WC, το οποίον εδούλεψα επίμονα και βασανιστικά όση ώρα η Μαρία κατούραγε τον Νιαγάρα μαζί με τις υπόλοιπες 12.004 γκόμενες που βγήκαν από την τουαλέτα-, βάζει τα γέλια.


-"Είσαι τρελλός" με λέει.


-"Είμαι πολύ τρελλός" κάνω και τη βουτάω να της τραβήξω πέναλτυ.


-"Είσαι για δέσιμο; Άσε με, βρε".


Υπάρχει κάτι. Αν μια γυναίκα δεν θέλει να φιληθείτε, δεν πρέπει να τη φιλάς. Πάντα, πριν από ένα φιλί, υπογράφεται μια σιωπηλή σύμβαση. Εάν δεν συμβεί αυτό, γίνεσαι Σπύρος Καλογήρου, Γιώργος Μούτσιος, και άλλα καθάρματα, που κολλάν τα χείλη τους βίαια σε δροσερά κοριτσίστικα στόματα. Δηλαδή, ξευτίλα. Εδώ δεν υπήρξε έδαφος. Τη βουτάω, παριστάνοντας τον μεθυσμένο, και τη σηκώνω ψηλά, κάνοντας βλακείες, λέγοντας πως θα την κλέψω, θα τη βιάσω, θα πέσω από την Ακρόπολη. Το μάτι μου γυαλίζει.


-"Παράτα τις κότες, να πάμε κάπου οι δυο μας, δεν αντέχω".


-"Καλέ, πού να πάμε;"


-"Στον Βόλο. Στο Ναύπλιο. Όπου να' ναι."


-"Εσύ είσαι για δέσιμο. Μην πιεις άλλο."


-"Κοίτα ποιά μιλάει. Εγώ δεν είμαι από τα αγοράκια που παίζεις στα δάχτυλα και κάθονται να τους ρίχνεις μπάτσες, έτσι;" Τι φτηνό θέαμα. Αλλά, όταν θέλεις να πετύχεις αποτέλεσμα, θα κάνεις κι εκπτώσεις, θα χοντρήνεις λίγο τις γραμμές σου, για να κάνεις αίσθηση. Τα λεπτεπίλεπτα δεν περνούν εδώ, μιλάμε για scrofa. Τη χουφτώνω. Με σπρώχνει.


-"Έλα, που πήρες θάαροος!" Και την κάνει.


Μπαίνει στον διάδρομο η Γεωργία, το τανκς. Με κοιτά, γελά.


-"Καλά περνάς;"


-"Πολύ ωραία," λέω, "εσύ";


Διάολε, είχα φάει τόση ώρα και δεν κατούρησα. Κατουρώ. Ξαναγυρίζω στο τραπέζι. Κάθομαι σοβαρός πλάι στη Μαρία.


Συνεχίσαμε μια χαρά. Η παρέα της επέμενε να πάμε σε ένα ξενυχτάδικο με ζωντανή, που πάει μέχρι τις 8 το πρωί. Οι κότες με ήθελαν να έρθω, τα πράγματα παίρναν αναβολή, αλλά, ήταν φρόνιμο να συνεχίσω; Μήπως, να πάω να κοιμηθώ, ήταν καλύτερα; Και γιατί; Σάμπως με την Κωνσταντίνα τι θα έκανα, καλύτερα θα πέρναγα; Θα χρειαζόταν να τις παίξω τον γκόμενό της, τον μπαμπά, το σύζυγο, όλα όσα έχει ως πρότυπο από τα μαθητικά χρόνια της, θα μου ζήταγε να τα επιβεβαιώσω, να τα ενσαρκώσω. Και να με στρεσάρει από πάνω. Κάθε της βλέμμα, να είναι ένα "Θα παντρευτούμε κάποτε; Θα τα αφήσεις όλα για να ζήσεις μαζί μου; Θα έχουμε βραδιές όπερας, ταινίες στο κανάλι της Βουλής, και διακοπές; Πες μου". Τίποτε από όλα αυτά δεν λέει, και όλα αυτά μαζί είναι. Μου το βεβαίωσε και η Μαρία του Γιάννη, που είναι παλιά μικροαστή και διορισμένη στο δημόσιο από χρόνια. Τα ξέρει, αυτά τα ελληνικά, καλά. Ενώ η Μαρία! Τι πράγμα είναι αυτή η γυναίκα... Λιοντάρι. Γι' αυτό, μάλλον δεν παντρεύτηκε. Ή παντρεύτηκε, ντρέπομαι και να ρωτήσω. Και με όποιους είχα μιλήσει, κανείς δεν μου ανέφερε να παντρεύτηκε η Μαρία. Κι εγώ δεν ρωτούσα. Σιγά-σιγά χαλάρωσα, συζητάω με τις κότες διάφορα, φαίνεται ολοκάθαρα πως έφαγα χυλόπιτα στην τουαλέτα και αυτό, αντί να με κάνει γελοίο κι αξιολύπητο, μου δίνει μια ιδιότητα αντικειμένου παράλογου σεβασμού από τις κότες. Ή, απλά, είμαι τόσο αξιολύπητος, που επιστρατεύουν όλη τους την υποκριτική να μην καρφωθούν πως με βλέπουν σαν κακομοίρη. Θα πιστέψω το πρώτο, σκέφτομαι, για λόγους ηθικού, και διατήρησης αυτοεκτίμησης.
Παρατηρώ πως η Μαρία βάζει το δάχτυλό της στο στόμα και μασά. Αυτό το έκανε όταν ήταν σε θέση αδυναμίας μαζί μου, στα ερωτικά. Κάνω πως δεν τη βλέπω, συνεχίζω να μιλάω.
Πληρώνουμε και πάμε να φύγουμε.


Μπήκαμε φυσικότατα στο αμάξι μου, χωρίς να δωθεί καμιά διευκρίνηση. Σε ένα φανάρι, διαπιστώνω πως με κοιτά με αυτό το βλέμμα που έχει σαν ηρεμεί. Τόσα λεπτά, δεν άλλαξε έναν σταθμό. Ακούμε ένα παλιό τραγούδι του Ζαγοραίου, "Ένας μπαγλαμάς μουρμούρης μα ξεμυάλισε, μας τα πήρε μέχρι φράγκο και μας άργησε".


Πού το θυμήθηκε αυτό το τραγούδι... Το χορεύαμε, στου μακαρίτη του Γιώργου το μπαρ, φοιτητές.
Φτάνουμε στο ξενυχτάδικο.


-"Μη βγάζεις τα γυαλιά σου".


-"Τα 'χω μόνο για την οδήγηση. Με εκνευρίζουν".


-"Σου πάνε."


-"Εσύ είσαι πάντα όμορφη γυναίκα".


-"Είμαι και εύγευστη".


Πού το θυμήθηκε... "Εύγεστη". Έτσι την έλεγα. Ήταν η νόστιμη γυναίκα που γνώρισα. Είχε την πιο νόστιμη, γλυκειά γεύση. Σε όλα τα σημεία του σώματός της. Θα μπορούσε να είναι και η Μελένια, του Manara, που τη βγάλαν έτσι για τη γεύση του αιδοίου της. Αυτή, όμως, ήταν καλύτερη, διότι δεν ήταν χάρτινη, ούτε στις φαντασιώσεις, αλλά στο στόμα και τα χέρια μου.


Κλάσμα δευτερολέπτου πριν δύο άνθρωποι φιληθούν, ο Θεός αφαιρεί τους περιττούς ήχους, και βάζει μια μουσική που σκεπάζει την πραγματικότητα. Τελικά, ο God, είναι πολύ χολυγουντιανός, και όποιος πει πως δεν υπάρχει το κιτς των αισθηματικών σκηνών στις λαϊκές ταινίες, δεν έχει ζήσει τον έρωτα. Είναι η μουσική που δεν ρίχνει ο μαέστρος ,όταν δεν πάει για φιλί το πράμα. Το καταλαβαίνεις, επειδή ό,τι λες ακούγεται. Και ό,τι ακούγεται, σε λόγια, προσβάλλει τον ερωτισμό. Πρέπει να ακούγεται σε σώμα. Κι όταν αυτό συμβαίνει, οι λέξεις γλιστράν απαλά και ταιριάζουν με τα κορμιά, με τον αέρα. Δεν ακούγονται σαν λέξεις. Ίσως, η μουσική του θεού τις αλοιώνει και δεν δίνουμε πια σημασία. Εκεί λοιπόν, που ο φωτιστής κι ο ηχολήπτης της ζωής χαμηλώνει φώτα και βάζει μουσική, λίγο πριν ένα φιλί, εκεί μπορείς και να πεθάνεις. Αν σου κόψουν ένα δάχτυλο, δεν θα πάρεις είδηση.


Αυτή η ηρεμία της Μαρίας, που σχεδόν ποτέ δεν είχε, παρά μόνο κάθε άνοιξη που ερωτευόταν ίσως. Αυτή η ηρεμία, αυτή κατέβασε τα φώτα και έβαλε τη μουσική. Φιληθήκαμε μετά από χρόνια, σαν να φοβόταν ο ένας, μην σπάσει τον άλλον. Σαν να προσκυνούσαμε εικόνισμα, σαν να μπαίναμε σε έναν ναό που δεν θέλαμε να διαταράξουμε με κάποια λάθος κίνηση.
Μπήκαμε στο μαγαζί. Οι καρακάξες είχαν φτάσει όπως πάντα, πιο νωρίς, βλέπεις, εμείς είχαμε και το love scene στο αυτοκίνητο.


-"Πού είσασταν εσείς; Χάσατε τον δρόμο;"


-"Είχαμε μια συζήτηση".


-"Καλή;" ρωτάει η Στέλλα, η τσαχπινογαργαλιάρα της παρέας.


-"Πολύ καλή", απαντά ήρεμα η Μαρία. Με έχει κάνει αρχικόκορα των Βαλκανίων, Εστεμμένο Πετεινό, Αυτού Πανευρωπαϊκή Μεγαλειότης Καραπούτσογλου, και ό,τι άλλο.


-"Δεν θέλω κρασί, θέλω ένα ουΐσκυ", κάνω στη σερβιτόρα ανάβοντας τσιγάρο.


Η κομπανία παίζει ωραία ρεμπέτικα. Όταν μπήκαμε είχε το "Σβήστε με απ' τον χάρτη", και τώρα παίζει το "Το χρήμα δεν το λογαριάζω". Ε, ρε, μεράκια. Ποιός φανταζόταν, μετά από χρόνια, μετά από τόσα, εκεί που έχεις αποχαιρετήσει την αθωότητα της νεανικής άνοιξης για πάντα, εκεί, έρχεται η Μαρία να σε βρει. Νόστιμη, με γκριζόξανθα μαλλιά, γαλάζια μάτια, βαρειά φωνή, και σε φιλά, και σε αγκαλιάζει, και τραγουδάτε μαζί μεθυσμένοι.


-"Θα πεθάνω"! Μου λέει στο αυτί.


-"Μην πεθάνεις" της κάνω, "ζήσε για πάντα".


-"Δεν εννούσα αυτό" μου λέει, "Κοίτα ποιός είναι εκεί, στην παρέα πίσω απ' την κολώνα".


-"Αμάν". Ο διάβολος παίζει παράξενο παιχνίδι απόψε.


-"Αν μας δει, θα πέσει κάτω, χα, χα!"


Σε μια παρέα, ήταν ο Πέτρος, φίλος, συμμαθητής μας. Έζησε όλη την φάση του τότε έρωτά μας, τα ήξερε όλα, του είχα πρήξει τ' αρχίδια, κοινώς, αν μας έβλεπε, απόψε, εμάς του δύο, μαζί, αγκαλιά, εκεί, θα έπεφτε χάμω.

Σκέφτομαι να του κάνω κάτι να γελάσουμε, αλλά, από την άλλη, άσ' το, είναι με πολύ κυριλάτη παρέα, μπορεί να κάνει δουλειές, ξέρω γω; Πλησιάζω.


-"Μωρή μουνάρα, Μητσόπουλε. Τον παίρνεις, γαμιόλα".


Γυρίζει έκπληκτος.


-"Πού είσαι, μωρή λινάτσα; Παλιοαδερφή, γριά τσιμπουκλού";


Το τραγούδι σταματά διότι τελείωσε, οπότε, το "γρια τσιμπουκλού" ξεφεύγει και κάνει όλο το μαγαζί να γυρίσει προς τα εμάς. Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας με κοιτά.


-"Θες να σου παίξω την τσιμπουκλού, αφιερωμένη;"


-"Ο κύριος το ζήτησε" λέω. Και δείχνω τον Πέτρο.


-"Ναι ρε μόρτη, αλλά εσένα είπε τσιμπουκλού".


-"Δεν κατάλαβες, είναι πιασμένος, να στρίψει ήθελε". Και κάνω μια κίνηση γκροττέσκα.


Πέφτουμε κάτω απ' τα γέλια. Το ήξερα το μαγαζί, είναι σε μέρος της Β' περιφέρειας, παλιό νεοκλασσικό, που πάνω κάνει ρεμπετάδικο, στη μέση του πουθενά. Ο ιδιοκτήτης, περίπτωση μεγάλου ψυχασθενή, ωραίου όμως. Όλοι όσοι δουλεύουν εκεί είναι για δέσιμο. Ο κιθαρίστας-τραγουδιστής με φωνή από 100 πολύποδες, ανάμεσα στα τραγούδια λέει και ιστορίες.
Αγκαλιαζόμαστε με τον Πέτρο, φιλιόμαστε.


-"Είναι και μια κυρία εδώ".


-"Ποιά ρε;"


-"Κύττα κει".


Τρελλαίνεται. Πέφτει πάνω της, τη φιλά, αγκαλιάζονται.


-"Πώς και εδώ, μαζί, εσείς οι δύο;"


-"Βρεθήκαμε τυχαία και είπαμε να πάμε βολτίτσα".


Εκείνη τη νύχτα ο Πέτρος κέρασε, κέρασε, οι κότες μια τον κύτταζαν καχύποπτα, μια ειρωνικά, μια καμακιάρικα, ούτε κι αυτές ξέραν πώς να τον κοιτάξουν.


Το ξημέρωμα πήρε την παρέα του κι έφυγε.


Στις 10.00 το πρωί βρεθήκαμε στο σπίτι της Μαρίας. Μείναμε εκεί ακόμα μία μέρα. Την επόμενη το πρωί, έφυγα για υποχρεώσεις. Η μικρή Κωνσταντίνα είχε ξεσκιστεί να τηλεφωνεί. Όταν άνοιξα το κινητό μου, ήταν τίγκα στις αναπάντητες.


-"Μην ξαναφύγεις".


-"Δεν γίνεται. Πώς θα ζήσω αλλιώς;"


-"Δεν σου λείπει η αγάπη;"


-"Πώς; Μου λείπει. Τι απ' όλα να πρωτοέχεις;"


-"Την αγάπη".


-"Κι εσύ γιατί δεν την έχεις;"


-"Την έχω. Εδώ είναι".


-"Ε, κι εγώ την έχω. Εδώ είναι. Όπου είμαι γω, είναι κι αυτή".


-"Γιατί είμαστε έτσι;"


-"Ο ποιητής λέει, ότι ο Θεός υπάρχει, όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς τη νύχτα. Εγώ λέω, κι όταν δεν μπορείς να κάτσεις σ' ένα μέρος".


-"Δηλαδή, δεν θα στεριώναμε;"


-"Δεν ξέρω. Μου υπόσχεσαι πως θα με περιμένεις ακόμη τρία χρόνια; Κάτι ακόμα να τελειώσω, και θα έρθω για πάντα".


-"Όχι".


-"Ε, είδες;"


-"Αν δεν έρθεις το βράδυ, δεν θα σε ξαναπεριμένω".


-"Μα ποτέ δεν με περίμενες. Τύχη ήταν".


Φυσικά το βράδυ δεν πήγα.

Μετά από μια βδομάδα, πέρασα έξω από το διόροφο που συναντηθήκαμε. Πήρα μια μπίρα κουτί, και περίμενα κοιτώντας τη γωνία που είχε στηθεί ο καυγάς. Άναψα τσιγάρο και απόλαυσα το ντενεκεδάκι χάινεκεν. Η Άνοιξη που σε βρίσκει καθιστό σε ένα πεζούλι θέλει μπίρα κουτί. Και μόνο.