Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Μια βραδιά στον Άι Βασίλη είχαν στεφανώματα. Ιστορία τύχης II. Μαρία η Λόλα. .

Η Μαρία δούλευε όπου έβρισκε. Προκομμένο παιδί. Πανέμορφη. Με πρόστυχη ομορφιά. Λιγνή. Και με μια βλάχικη προφορά που έσπαγε τις καρδιές των πρωτευουσιάνων σαν καρύδια. Αυτό το περίεργο αξάν της. Αυτό καύλωνε.

Ο Θάνος είχε μαγαζί. Καφενεδάκι. Απέναντι από την εκκλησία. Μάλιστα, έβαζε στη σχάρα και τα κάρβουνα, κι έφτιαχνε πολύ ωραία μεζεδάκια. Πέρναγες απ' έξω και έλεγες "Αμάν, φέρτε μου ένα πλοκάμι τώρα, για θα το ρίξω". Είχαν τσοντάρει οι γονείς κι ο Θάνος άνοιξε το καφενείο, κι αποφάσισε να το δουλέψει με όρεξη. Παρά το αταίριαστο για την ηλικία του πήρε σοβαρά τον ρόλο του καφετζή κι έγινε αγαπητός στην περιοχή. Old fashion μορφονιός. Λαϊκός. Συνοικιακός. Εργατικός. Και χωρίς πολλές μαλακοφιλοδοξίες. Σου λέει, "Να βρω και μια γκόμενα να πηδιέμαι καλά, και να της κάνω καμιά οικογένεια, να βγαίνει μεροκάματο, και να ζήσω όπως ζουν επί αιώνες οι Άνθρωποι". Δεν ήταν κάνας αμόρφωτος. Κάθε άλλο, και μια σχολή του κώλου είχε τελειώσει, και τ' αγγλικά του τα είχε, και ψιλογαλλικά, και το διάβασμα του άρεσε. Απλά, ήταν παλαιάς κοπής. Κι αυτό του στερούσε γοητεία.

Η Μαρία, κι αυτή μια λαϊκαντζούρα ήταν. Ούτε μία δεν έπιανε σε περιεχόμενο κι αρχοντιά τον Θάνο. Ούτε τις έκοβε να καταλάβει τις Ειδήσεις. Αλλά ήταν πολύ, πολύ καυλόμουνο. Ψυχρός εκτελεστής.

Τα βράδια μαζευόντουσαν σ' ένα κλαμπάκι της περιοχής, από αυτά που ξεκινάν με Dire Straits για να καταλήξουν στον Τερζή, κι ακόμα χειρότερα, στον Καφάση και τον Μπουγά. Εκεί ήρθε να δουλέψη η Μαρία. Μπαργούμαν. Καινούρια μπαργούμαν σήμαινε με απλά λόγια, όλοι οι πετεινοί, να, κάτι χαμόγελα, φιγούρα και μαγκιά συνδυασμένη με ευγένεια προς το καινούργιο πρόσωπο, και κυρίως, ελπίδες να γαμήσουνε. Τώρα θα μου πεις, είχαν περάσει 128.786 μπαργούμαν, και ζήτημα να γάμησαν 3 ως 4 άτομα, μια, δυο βολές. Ε, και; Τελειώνει αυτό; Η ελπίς πεθαίνει τελευταία, λένε. Και καλά κάνει.

Η Μαρία στα γράμματα, στα βιβλία, στα πολιτικά, δεν καταλάβαινε. Χριστό. Αλλά έκοβε το ματάκι της. Ήξερε να είναι διπλωματική. Να φέρεται. Να συντηρεί σε όλους ελπίδες. Να τους κρατά, όμως, και σε απόσταση. Ό,τι ήθελε ο αφέντης του κλαμπακίου δηλαδή. Κι εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτός το πρόβλημά του. Να του κάτσει η Μαρία. Αλλά ως κιμπάρης και τζέντλεμαν του δημοτικού διαμερίσματος, κράταγε κι αξιοπρέπεια. 'Αλλωστε ήταν από αυτούς που πηδούσαν σταθερά. Οπότε, αν το Μαράκι τ' αποφάσιζε, αυτόν θα έπαιρνε, και για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και λόγω βιογραφικού.

Ο Θάνος πήγαινε, λοιπόν, στο μπαράκι.

Ο Θάνος όπως είπαμε, δεν ήταν μπαγλαμάς. Και σινεμά πήγαινε, και τον Βούλγαρη τον ήξερε, ότι υπάρχει, και μικρός είχε κάνει και σε ΟΒα, οπότε, είχε έναν σεβασμό στα Γράμματα. Κι επειδή η Μαριώ η μπαριέρισσα ήταν κουτοπόνηρη, μπορεί να μην καταλάβαινε σε τι χρησιμεύει να ξέρεις τον Βούλγαρη, αλλά ήξερε πως αν τον ξέρεις μιλάς αλλιώς, σε βλέπουν κι άλλοι Άνθρωποι να ,μιλήσουν μαζί σου, και γενικώς δεν είσαι τσοπάνης όπως οι άλλοι που παν εκεί. Όχι όλοι βέβαια. Οι περισσότεροι. Κι ο Θάνος ήταν κι ωραίο παιδί. Δεν είχε το τσογλανίστικο βεβαίως, είχε μια σεμνότητα και μια σοβαρότητα. Αλλά αυτό αντιστάθμιζε το ξενέρωμα από καύλα, μ' αίσθημα ασφάλειας, κύρος, και θαυμασμό. Ψιλοτράβαγε και μια κοπέλα. Ε, τον πρόσεξε η Μαρία. Να κάτι κερασματάκια σε σφηνάκι. Να κάτι κουβεντούλες. Ο Θάνος δεν πολυψάρωσε, για πολλούς λόγους. Πρώτο, διότι η μπάρα δεν έχει θεό ούτε φιλότιμο. Δεύτερο, μην γκρινιάζει η ψιλοέτσι που τράβαγε. Γιατί, μπορεί να μην πολυήταν μαζί αλλά ήταν καλό κορίτσι, και το σκεφτόταν, αν δεν έβρισκε κάτι καλύτερο, να την κρατήσει. Τρίτον, ο κόσμος είναι ζηλόφθονος. Ούτε τ' αφεντικό θα γούσταρε, ούτε οι άλλοι. Κι αν σε βάλει στο στόμα η κοινωνία των Ανθρώπων, θα σου βγει και τ' όνομα, και το μάτι. Πότε, σου λέει, συντηρητικά και μουλωχτά, κι αν κάτσει, έκατσε.

Ρεπό είχε η Μαρία. Και κανόνισαν να παν σινεμά με τον Θάνο. Άκου πράγματα. Το μαγαζί, μια-δυο φορές τη βδομάδα, το είχε ο πατέρας του αν χρειαζόταν. Πήγαν, είδαν μια μαλακία στον κινηματογράφο. Πρώτο βράδυ, την πήδηξε. Πράγματα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Η άλλη του' χε σπάσει τ' αρχίδια μέχρι να του κάνει πίπα. Κι η Μαρία την πρώτη νύχτα του πηδήχτηκε σαν πρωταγωνίστρια σε τσόντα. Δηλαδή, έλεγε ο μικρός, δεν υπήρχαν αυτά, παρά μόνο στα έργα. "Τώρα βλέπω ότι γίνονται". Γιατί, μαλακάκος ήταν, εδώ που τα λέμε, σε τούτα τα θέματα. Τι του 'λεγε, " Ξέσκισέ με, ψωλαρά μου, χτύπα με και ταπείνωσέ με", έπαθε μουνόπλακα, ο καφετζής. Επειδή όμως είχε και λίγο μυαλό έκανε ρέγουλα. Σου λέει, ένα βράδυ πηδηχτήκαμε, μπορεί σε 2 μέρες να μη με ξέρει. Δεν είναι η Βίκυ που αν σου κάνει ένα πήδημα βγαίνει και λέει στις φίλες ότι τα' φτιαξε. Εδώ η Μαρία είχε γράψει κάποια km όπως δείχνει η κατάρτησις. Κι ορθά σκέφτηκε, όπως κάθε σώφρων άνδρας. Φόρεσε και το προφυλακτικό του, μην κολλήσει κάνα παράσημο, και την άλλη μέρα ήταν κύριος.

Στην αρχή δεν πολυπήγε στο μπαρ. Μη νομίζει η Μαρία ότι ζητάει κάτι παραπάνω κι αισθανθεί πιεσμένη.

Η Μαρία βάρεσε καψούρα με τον Θάνο. Κι η μία-δύο γίναν 5, 20. Ο Θάνος τη χώρισε και τη Βικούλα.

-Καλά, να χωρίσουμε, το καταλαβαίνω. Αλλά να με χωρίσεις γι' αυτό το... Το ξέκωλο, την πουτάνα, δεν το δέχομαι.

-Ρε Βίκυ, θα χωρίζαμε για έναν λόγο. Τι έγινε δηλαδή;

-Τελικά, οι άντρες, α σας καλογαμηθεί μια, τυφλώνεστε.

-Δεν είναι έτσι ρε Βίκυ. Είμαι πιο χαλαρός, ρε Βίκυ. Εσύ με σφίγγεις.

-Ρε α, στο Διάολο.

Κι η Βίκυ έκλαψε έναν μήνα. Και μετά συνέχισε να ζει όπως όλος ο κόσμος.

Στην αρχή δειλά, μετά φανερά, ο Θάνος κι η Μαρία ήταν πλέον ζευγάρι κανονικότατο. Ο πατέρας του Θάνου, ο κύριος Χρήστος, στράβωσε.

-Εμένα αυτό το κορίτσι δεν μου αρέσει.

-Τι έχει, ρε πατέρα;

-Κοίτα, η Βίκυ είχε τα στραβά της, αλλά δεν ήτανε κάνα πουτανάκι. Αυτή εδώ βρωμάει από μακριά ότι είναι.

-Λόγω δουλειάς; Και φοιτήτριες κάνουν τέτοια δουλειά. Τι να κάνει, δηλαδή;

-Καλά, ό,τι νομίζεις. Τη γνώμη μου στην είπα.

Όσο πέρναγε ο καιρός ο Θάνος τη συνήθιζε. Κι η Μαρία τον Θάνο. Κι ενώ στην αρχή κανείς δεν ένιωθε δεσμευμένος, όλα ήταν μια περιπέτεια όμορφη, σιγά-σιγά άρχισαν τα κτητικά, οι γκρίνιες, οι σκηνές.

Πέρναγε ο καιρός, κι η Μαρία πήρε πόδι απ' το μαγαζί. Έπιασε δουλειά μακριά. Σε άλλη περιοχή. Είχε καινούργια πρόσωπα να γνωρίσει. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Ο Χαζοθάνος είχε αρχίσει να την μπάζει στον ρόλο της μελλοντικής συζύγου καφετζή. Είχε πειστεί ότι έχουν δεσμό, ότι την έστρωσε, κι ότι θα τη κάνει και κυρά σοβαρή και μετρημένη. Ε, αυτά δεν περνάνε. Διότι, η πουτάνα, έλεγε ο λαός, το γαμήσι δεν το κόβει. Και δε φταιν τα κορίτσια, έτσι είναι η ζωή. Και καλώς πράττουν. Μαλάκες είναι όσοι παν να φυλακίσουν ένα ηφαίστειο σε μια κουζίνα και μια κρεβατοκάμαρα. Αν μάθεις να ζεις άναρχα μπορείς να φορέσεις χαλινάρι; Μπορείς. Αλλά μόνο με τη θέλησή σου. Μόλις κάποιος στο παίξει μπασκίνας, παπάς, πατέρας, θα κλοτσήσεις. Δεν γίνεται. Κι ο Θάνος διέπραξε την ύβρη. Σφάλμα πρώτο, τη φόρτωσε με κοινωνικό ρόλο. Η Μαρία δεν το μπορούσε. Το ήθελε, ονειρευόταν κι αυτή να γίνει μια νοικοκυρά-μάνα, να τη βλέπουν και να τη θεωρούν νόμιμη, αλλά δεν το άντεχε ο οργανισμός της. Σφάλμα δεύτερο, η Μαρία ήθελε να τον ποθεί τον άντρα, όχι να τον έχει δεδομένο. Αυτός ο μπουνταλάς ούτε γύριζε να κοιτάξει άλληνα από τότε που τα φτιάξανε.

Μάλωσαν. Τα ξανάφτιαξαν. Τέλος πάντων, κάτι οι πιέσεις των δικών απ' το χωριό, κάτι ο συναισθηματικός εκβιασμός που ασκούσε ο Θανούλης στη Μαρία, κανόνισαν τον Γάμο. Στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου, απέναντι απ' το καφενεδάκι. Σίγουρος ότι μπαίνουν τα πράγματα στο σωστό δρόμο και νικητής στο σκίσιμο της γάτας, ο Θάνος, ως νόμιζε, άρχισε να κόβει της Μαρίας και τα νυχτερινά μεροκάματα. Να τα κόβει. Ε, πώς διάολο, σου λέει, η σύζυγος θα πηγαίνει να βάζει σφηνάκια και να χορεύει στην μπάρα για τον κάθε σαπιοκοιλιά ξενύχτη...

Λίγο καιρό πριν το Γάμο όλα πήγαιναν ρολόι. Ως ότου μια μέρα, μια παρέα, 3 γνωστοί του Θάνου, βρέθηκαν στη Λάρισα. Εκεί πήγαν να πηδήξουν, σ' ένα καλυμμένο μπουρδέλο που εργαζόταν πολύ κυριλέ. Ήταν οι μέρες που η Μαρία θα πήγαινε να κάτσει λίγο στης φίλης της τής Αλέκας, στη Λάρισσα. Κι έσπασε ο κερατάς στο ποδάρι του και βρέθηκαν. Πελάτες και προσωπικό. Καλοπληρωμένο, για ομαδικό. Ορίστε; Οι φίλοι ήταν παλιοί συμμαθητές, είχαν χαθεί, και δεν έτυχε να προλάβουν να γνωρίσουνε τη Μαρία. Τράβηξαν κι ωραίες φώτο από το κινητό, με τρόπο. Τράβηξαν και βιντεάκι. Να 'χουν να θυμούνται την παρτούζα. Επειδή οι θεοί αρέσκονται να σκηνοθετούν τη ζωή με μεφιστοφελικό timing, κι επειδή ηδονίζονται να τιμωρούν τον υβριστή των νόμων της Φύσεως, το επίμαχο βίντεο περίμενε λίγο ως να φτάσει στα μάτια του Θάνου.

Αυτός δεν μίλησε. Δεν είπε καν, πως είναι η μέλλουσα κυρά του. Πήγε, τη βρήκε. Κι έγινε μπροστά της μια δεκάρα άνθρωπος. Αντί να την πετάξει έξω αγνοώντας και τον κόσμο, και τον Γάμο που ερχόταν προσεχώς, της ζήτησε τον λόγο, της έκλαψε, της εξέφρασε την ξεφτίλα που ένιωθε.

Την αγαπούσε ο καημένος. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ακόμα κι αν ήξερε ότι έκανε την πουτάνα -και μάλιστα χωρίς να έχει ιδιαίτερη ανάγκη από λεφτά, δηλαδή πουτάνα από χόμπι, σαν να λέμε- την ικέτεψε να ξεχαστούν όλα και να γίνει ο Γάμος. Τρομερά πράγματα. Αυτή, δεν πίστευε στα μάτια και στ' αυτιά της. Θα περίμενε να την πλακώσει. Να την μαχαιρώσει. Να την ταπεινώσει. Κι αυτός, ο μαλάκας, αυτοταπεινώνονταν μπροστά της κλαίγοντας και παρακαλώντας.

Η Μαρία ντράπηκε. Ντράπηκε κυρίως για την κατάσταση του Θάνου. Η χειρότερη ταπείνωση μιας γυναίκας είναι η απόλυτη ξεφτίλα του αρσενικού της. Πήρε 2 πράγματα κι έφυγε.

Την άλλη μέρα πήγε σαν κυρία και μίλησε στους γονείς του Θάνου. Και είπε την πάσα αλήθεια. Να, Θε μου, είναι, υπάρχουν κατ ώρες που η ντροπή σε σκεπάζει και δεν είσαι πια άνθρωπος, μα σκουπίδι. Διότι στη ζωή όλα τα σιάχνει η προπαρασκευή. Είσαι προετοιμασμένος για την απόλυτη ανθρώπινη ξεφτίλα; Θα ζήσεις σαν άνθρωπος. Αντίθετα, όσο πιο κολλαριστά τα σιάχνεις στο τραπέζι της παιδείας σου, τόσο θα ντραπείς αργότερα. Δεν ντρέπεσαι ποτέ για την κατάντια σου. Για τη βλακεία σου ντρέπεσαι, που δεν ήξερες πώς είναι στα μέσα του ο Άνθρωπος. Τι να σκεφτούν οι απλοί οι άνθρωποι, πάνω στην ανθρώπινη αναξιοπρέπεια! Όσοι το καταφέρνουν παν ένα βήμα πάνω ή παν στη φυλακή.

Κι είναι αυτά τα ρημάδια, τ' απογεύματα. Στον κηπάκο του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου. Με τις νεραντζιές. Με τα παιδιά που παίζουν τη μπάλα.

Χτυπούν οι καμπάνες για Εσπερινό. Κι η κυρά Ντίνα, μάννα του Θάνου και σύζυγος του κυρ Χρήστου, βγαίνει από το σπίτι.

Δεν ντρέπεται όπως ο μαλάκας ο γιος της. Όχι. Αυτά είναι παλιά γνώση για την κυρά Ντίνα.

Η κυρία Ντίνα άναψε μετά από πολλά χρόνια τσιγάρο. Βγήκε κι ο μπάρμπα Χρήστος κι άναψε κι αυτός. Αλλά εκείνος το' χε, ούτως ή άλλως, συνήθεια. Μιλήσαν κάμποση ώρα.
Και βρήκαν τη λογική λύση. Ό,τι έγινε γίνηκε. "Πάμε γι' άλλα". 'Ετσι μάθαν στη ζωή να σκέφτονται, έτσι συλλογίστηκαν. Έλα που ο ζορμπάς ο Θάνος το' χε δέσει. Ήταν θέμα εγωισμού. Και ρωτώ οποιονδήποτε που διαβάζει ψύχραιμα τούτες τις γραμμές. Θα το εξετάζατε ψύχραιμα; Αρχίδια, λέει ο αφηγητής.

Κι επέλεξε να γίνει ρεζίλης ο Αθανάσιος. Να παντρευτεί ο δούλος της μαλακίας την δούλη της ευχαρίστησης, Μαρία. Αχ, Μαρία.

Σηκώθηκε ο Θάνος. Και πήγε στο χωριό. Μίλησε στους γονείς της Μαρίας. Γεωργοί άνθρωποι. Τι να πουν... Τον καλοθέλαν.

Η Μαρία δε ξανάκλαψε ποτέ, όσο εκείνες τις μέρες. Γιατί ήξερε "Τι κακό έκαμε στο παιδί και την οικογένειά του". Απλά, αυτή ήταν η φύση της. Τι να κάνει;

Το βράδυ του Γάμου, στον Άι Βασίλη, έγιναν τα στεφανώματα. Κι η Μαριώ έγινε κορώνα-βασίλισσα στο πλευρό του μαλάκα - Θάνου. Και δεν ξανάκανε πουτανιές. Όχι επειδή ο Θάνος την παντρεύτηκε με το στανιό. Επειδή είδε, για πρώτη φορά στη ζωή της, πόσο ένας προκομμένος άντρας μπορεί να πέσει χαμηλά, για να την κάνει κυρία. Περιπτώσεις σαν του Θάνου δικαιώνονται μία στο κατομμύριο. Ο Θάνος το ήξερε, κι εμπιστεύτηκε την καρδιά του. 'Ετυχε, ήθελε ο Θεός, και του' κάτσε. Η πρώην του παντρεύτηκε έναν μπαγλαμά. Του τα φόρεσε ουκ ολίγες φορές. Η Μαρία έβλεπε και χαμογελούσε. Την ένιωθε τη Βίκυ, όπως και κάθε γυναίκα. Αυτή ήταν πια ευτυχισμένη, ήσυχη. Κι όταν κάποιοι καλοθελητές κάτσαν στο καφενείο για να κάνουν κομμάτι, τα παιδιά τους έφεραν ό,τι ζητήσαν μ' ευγένεια. Ένα είναι σίγουρο. Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Πως τα παιδιά τους θα γίνουν πιο τίμια από τα παιδιά των άλλων, καλών παιδιών. Ας είναι καλά, στη γειτονιά τους, απέναντι από τον Άι Βασίλη. Τους βλέπω συχνά, και τα πίνουμε λέγοντας τα παλιά, τα καινούρια, και τ' ανύπαρκτα.

Τετάρτη, 04 Μαρτίου 2009

Πειράζει;

Δεν ήμουν ποτέ από αυτούς που είδαν τον Ντέμη με αρνητικό βλέμμα. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που αποδεδειγμένα αγάπησε το Ποδόσφαιρο και την ΑΕΚ, αποφάσισε να γίνει πρόεδρός της. ΟΚ. Ο Νικολαΐδης έφυγε. Στ' αρχίδια μας, κι όταν λέω Στ' αρχίδια μας, δεν εννοώ ότι μειώνω τον Θεμιστοκλή ως προς το έργο του. Εννοώ ότι αφού δεν είχε τις σακούλες να κρατήσει μια ΠΑΕ ΑΕΚ, καλά έκανε και την κοπάνησε. Γράφονται διάφορα περί υπολειμμάτων του ντεμοτεχνείου. Ίσως είναι λογικό, ο Ντέμης να συντηρεί κάποιες δυνάμεις εδώ κι εκεί, που μιλάν περί επιστροφής του κλπ, κλπ, κλπ. Οφείλουμε να πούμε όμως μια αλήθεια. Η ΑΕΚ φέτος, τουλάχιστον όπως διαβάζω, διότι δεν μπορώ να τη δω στην κωλοϊταλία, δεν παίζει καλύτερο ποδόσφαιρο από πέρσι, παίζει χειρότερο. Πέρσι ως την τελευταία αγωνιστική απείλησε τον Ολυμπιακό ο οποίος έχει γίνει μέτρο αξιολόγησης για το ελληνικό ποδόσφαιρο, και δικαίως, ενώ φέτος είναι ένα επίπεδο πιο κάτω, τουλάχιστον όπως δείχνουν οι αριθμοί, τους οποίους πιστεύω σαν θεούς. Θα μου τη σπάσει τρομερά, αν ανακαλύψουν κάποιοι άμπαλοι ότι τους φταίει ο Μπάγεβιτς, όπως μου την είχε σπάσει όταν τους έφταιγε ο Φερέρ, ο Δώνης, ο σέσκουλας κι ο μέντουλας. Πολύ απλά, πειράζει να πούμε ευθέως ότι ο ΟΣΦΠ είναι ένα επίπεδο πιο πάνω απ' τις ομάδες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα;

Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2009

O καλός, από τους τρεις του γουέστερν.

Take the money and run. Όλοι οι Νεοέλληνες κρύβουν έναν καταπιεσμένο Παλαιοκώστα. Ούτε να σκοτώσουν θέλουν, ούτε κανέναν να πειράξουν. Να πάρουν μια φορά την τσάντα με τα μπερντέ και να τη σπάσουν σ' αυτόν το πούστη τον φορατζή και τον αστυνόμο, γνήσιους απογόνους των Οθωμανών απεσταλμένων, και ο Ρωμιός, original απόγονος του Έλληνα ραγιά, ονειρεύεται να γίνει Κλέφτης στα βουνά, και φτιάχνει τραγούδια και θρύλους για όσους το καταφέρνουν να το σκάσουν απ' τη φυλακή του πασά και να παν σε κάποιο δάσος, ύψωμα, βουνό, να κρυφτούν, να περάσουν από ένα χωριό, να πάρουν ένα καινούριο άλογο, και να χαθούν πάλι στα δάση, καλλιεργώντας το θρύλο τους, όπως κάποτε οι Κολοκοτρωναίοι, ή δεν ξέρω ποιοί. Η ελευθερία δεν είναι πάντοτε προϊόν ομορφονιών με ακαδημαϊκό όραμα και άρθρωση, όπως ο Τσε Γκεβάρα, και η Κλεφτουριά στη Κούβα, στο Μεξικό, στη Νικαράγουα, δεν είναι απαραίτητα φρόνιμα παιδιά με ηθικοπλαστικές ομιλίες τύπου ΚΝΕ. Πολύ συχνά είναι αυτό που εμείς, οι νορμάλ άνθρωποι λέμε Εγκληματίες. Και βέβαια ο Παλαιοκώστας, απ' ό,τι ξέρω, δεν έχει σκοτώσει κανέναν. Τα λεφτά τους πήρε. Τα μπικικίνια. Έκανε, δηλαδή, ότι θέλει να κάνει οποιοσδήποτε καφενόβιος. Με τις υγείες μας.

Ο Αμερικάνος Kurt Weill.

Η μουσική του Kurt Weill είναι η πιο αμερικάνικη γερμανική μουσική που μπορεί να γίνει. Κλείνει μέσα της όλη την τρέλα του ιουδαϊκού μπιτ, το στοιχείο της ανατροπής και του απρόβλεπτου, και στο τέλος μένει η λογιότητα να νομιμοποιήσει αυτό που σε άλλη περίπτωση θα γινόταν κοκτέιλ μολότοφ και θα έσκαγε φέρνοντας καταστροφή. Ο Weill έκανε μεγάλο σπάσιμο σε όσους τον ανέφεραν ως Γερμανό μουσικοσυνθέτη, κι είχε δίκιο, στο κάτω-κάτω, για ένα δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ζούμε, άσε που η μουσική που έγραψε στις ΗΠΑ ήταν καθαρά αμερικάνικη, αν μπορούμε και δικαιούμαστε να δίνουμε εθνικότητα στις νότες. Είδα, κάπου στη δεκαετία του '90, στην Αθήνα, μια ελεεινή παράσταση της Dreigroschenoper και η δύναμη της μουσικής του ήταν τόσο μαγική, που έμεινα ως το τέλος και δεν ανέβασα πυρετό, μονάχα για πάρτη της, και για μία ηθοποιό, για να πω την αλήθεια. Στα μουσικά θέματα του Weill συμβαίνει ό,τι και στις ΗΠΑ: Τα πάντα. Ασχήμιες, ομορφιές, βιαιότητες, ευαισθησίες, πολιτικές ανησυχίες, αβανγκάρντ, ειρωνεία, σοβαρότητα, υποκρισία... Οι νότες του είναι ένα καλά και ξύπνια παλικαράκια που τρέχουν και πετυχαίνουν το θαύμα, όπως μόνο στην Αμερική μπορούσε να γίνει κάποια χρόνια.

Ιωάννης Christoph Adelung.

Ο Ιωάννης Christoph Adelung (1732-1806) γεννήθηκε και πέθανε σ' αυτό που λέμε σήμερα Ανατολική Γερμανία. Το σημαντικότερο επιστημονικό του έργο είναι το Γραμματικό-κριτικό λεξικό της επίσημης γερμανικής διαλέκτου*, ένα έργο που θεωρείται κάπως επιλεκτικό εκ μέρους του συγγραφέα, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρει ακόμα και σήμερα τα μέγιστα στην επιστημονική μελέτη της γερμανικής γλώσσας. Και μην ξεχνάμε την περίφημη Adelungsche-s-Schreibung, που αφορά στη γραφή του σίγμα ως ss ή Eszett, η οποία αναθεωρήθηκε μόλις το 1996. Από το 1901 ως το 1996, σε όλες τις γερμανόφωνες περιοχές εκτός από τις ελβετικές. Η προσφορά του στη Φιλολογία είναι τεράστια όπως είπα, και να συμπληρώσω πως ο Adelung ήταν γιος Προτεστάντη παπά, και ότι δούλεψε και ως βιβλιοθηκάριος. Ο ίδιος πίστευε ότι πρέπει να γράφει κανείς όπως μιλάει, αλλά και να διαβάζει όπως τα βλέπει γραμμένα. Μεγάλη ανακατωσούρα, αν σκεφτεί κανείς τις αντίστοιχες σκέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη για τη μεταρρύθμιση της ελληνικής ορθογραφίας σχετικά με τους τόνους. Το περίφημο λεξικό του βγήκε σε πέντε τόμους και το τελείωσε το 1786. Πέθανε στη Δρέσδη.

*Grammatisch - kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart.

Κυριακή, 01 Μαρτίου 2009

Ιστορία τύχης, ΙΙΙ. Γλυκέ μου τύραννε, να μην ξημέρωνε. Μαρία η MILF.

Δουλειά δεν είχε ο Διάολος, γαμούσε τους γονέους, έλεγε ο Νικόλας Άσιμος. Κι η κυρία Μαρία έχει ένα πολύ όμορφο και καλόφημο γραφείο μεσιτικόν ακριβώς στην παραλία. Κομψή, δροσερή, έξυπνη... Κι η υπάλληλός της, η Αγγελική, είναι καλό κομμάτι, αλλά σαν την κυρία Μαρία δε υπάρχει θηλυκό. Τη θωρείς και σου σηκώνεται ανυπερθέτως ακόμα και να έχεις πιει εικοσιπέντε βότκες lemon. Έχει κι αυτό το αυταρχικό, της γυναίκας επιχειρηματίας, σε βάζει με το τρόπο της, κυριλέ, στη θέση σου, ε, δεν θέλει και πολύ. Όλοι οι άντρες της περιοχής θα θέλαν να πηδήξουν την κυρία Μαρία. Ολ οι άντρες της περιοχής προβληματίζονται, πόσο καλά πρέπει να πηδάει ο Στέλιος, ένας ήσυχος τύπος που ζωγραφίζει, μαζεύει παλιά περιοδικά, κι ακούει δίσκους κλασικής μουσικής. Εγώ είμαι πολύ τυχερός διότι η κ. Μαρία είναι η μάνα της κοπέλας μου.

-Μαμά, εμείς φεύγουμε.

-Στο καλό, αγάπες μου.

Η φωνή της κ. Μαρίας από την κρεβατοκάμαρά της. Ερχόμενοι κι οι δύο από τι υπνοδωμάτιο της Κατερίνας προχωράμε στον διάδρομο, στο τέλος του οποίου βρίσκεται το μαγικό δωμάτιο που φιλοξενεί την πιο σέξι γυναίκα όλων των ηπείρων. Η τηλεόραση ανοιχτή, και το μόνο που μπορώ να δω από τη θεά είναι τα γυμνά της πέλματα, στο τέλος του κρεβατιού. Στρίβουμε δεξιά προς το hall που βγάζει στην πόρτα του διαμερίσματος, πάλι καύλωσα. Πιάνω με μανία τον κώλο της Κατερίνας. Αυτή βγάζει ένα αχ και γελάει ξαφνιασμένη ευχάριστα. Μόλις μπούμε στο ασανσέρ θα τη βιάσω τέσσερις φορές, σκέφτομαι.

Πράγματι, στο ασανσέρ παίζουμε για λίγο τον βιαστή και το θύμα του, αλλά μας διακόπτει το άνοιγμα της πόρτας στο ισόγειο, από τον μπαμπά της Κατερίνας και σύζυγο της θεάς του έρωτα, κύριο Στέλιο. Μας χαμογελά.

-Τι κάνεις, Αποστόλη;

-Καλά, Στέλιο μου. Τα δικά σου;

-Καλά, καλά. Να πάτε ν' ακούσετε στο Μέγαρο, που θα κάνουν βραδιά - αφιέρωμα στο Καρυωτάκη. Θα είναι κι ο Νταλάρας, αλλά κατά τ άλλα αξίζει.

Στον πούτσο μας λουλούδια, σκέφτομαι. Να πάει αυτός στο μέγαρο και να πάρει την κόρη του και να μας αφήσει να γευτούμε λίγο τη ρόγα της γυναίκας του, αν αγαπά στ αλήθεια τους νέους, όπως παριστάνει.

Όταν πλησιάζει το καλοκαιράκι, στην παραλία, όλα τα κορίτσια ομορφαίνουν. Ή αυτά, ή τα μάτια μας, που γκρινιάζουν γριπιασμένα, γεμάτα πυρετό, όλο τον χειμώνα, και με το πρώτο φέγγος του ανοιξιάτικου ήλιου μαθαίνουν να ελπίζουν, και να χαίρονται ό,τι βλέπουν. Όπως και να΄χει, η κυρία Μαρία, καλοκαίρι-χειμώνα-άνοιξη-φθινόπωρο, είναι σκέτη καύλα. Και με γρίπη, και με κομμένο πόδι, και με λέπια και ουρά να είσαι, θα τη βρεις χάρμα οφθαλμών.

Η Κατερινούκα θέλει να πάμε την πατροπαράδοτη βόλτα ως το μόλο, όπου εμείς με άλλα 3.076 ζευγάρια θα φιλιόμαστε φλερτάροντας με τον κίνδυνο να γκρεμοτσακιστούμε στη θάλασσα, από ένα μεγάλο ύψος, αυτό του κυματοθραύστη, και να τελειώσουν όλα τόσο άδοξα, προτού προλάβουμε να γίνουμε κάτι σπουδαίο, ή να τραβήξουμε ακόμα μία μαλακία για την κ. Μαρία.

Η Κατερίνα δε έχει σχεδόν τίποτα από το βλέμμα της μητέρας της. Είναι γλυκιά κοπέλα, θα έλεγεε κανείς πως τη θένε σχεδόν όλοι ο γκόμενοι, έχει γλυκό καστανόξανθο μαλλί σαν μέλι, ένα θεϊκό κάτω χείλος, που νομίζεις πως χαμογελάει πάντοτε, και μια φωνή γεμάτη μουσική και καλοσύνη. Επίσης, δεν είναι μυξοπαρθένα και σοβαροφανής, πράγμα που την ανεβάζει πολύ στα μάτια ενός άντρα. Αλλά έχει κάτι από τη σεμνότητα και τη δημοκρατικότητα του μπαμπά της, σαν να λέμε σκεπτόμενη Αριστερά, ΚΚΕ Εσωτερικού σε σύνταξη, πράγμα που της αφαιρεί σεξουαλικότητα, αυταρχισμό, διεστραμμένη πρόκληση. Ενώ η μητέρα της είναι γεμάτη από διεστραμμένη πρόκληση. Όλη της η συμπεριφορά είναι μια πρόκληση. Πρόκληση σε μαλακία, διότι με έναν άλλον τρόπο κρατάει τους πάντες σε απόσταση. Ούτε που σου περνά από το μυαλό να πεις την παραπάνω κουβέντα.

Αυτές τις μέρες πλησιάζει Πάσχα και όλα γύρω γίνονται μυστηριωδώς πορφυρά. Τα φιλιά μας, με την Κατερινούκα, είναι πορφυρά, που βάφουν με βαθύ χρώμα, χείλια, μάγουλα, φλέβες ματιών... Καθώς ξαπλώνουμε στον κυματοθραύστη φαντασιώνομαι τη μητέρα της, κι αυτό με κάνει ταύρο. Σκοτεινιάζει, τα κύματα χτυπούν περισσότερο τσαμπουκαλεμένα, κι εγω σκέφτομαι πόσο θέλω να πηδήξω την κ. Μαρία.

Σαν επιστρέφουμε σπίτι, η Κατερίνα με κοιτά με αυτό το πολύ φρόνιμο, ικανοποιημένο, κι αγαπησιάρικο βλέμμα. Σαν να με λέει, "Είμαι πολύ τυχερή που σ' αγαπάω". Ποπό, σκέφτομαι, της πουτάνας θα γινόταν αν ήξερε ότι θέλω να γαμήσω την μάνα της. Ο Στέλιος, ο μπαμπάς της, θα πειραζόταν πολύ λιγότερο.

Το βράδυ, απ αυτά που δεν έχω καθόλου ύπνο, από τς κωλονύχτες που δε θες να κοιμηθείς με την γκόμενά σου, δε θες να κοιμηθείς μόνος σου, δε μπορείς να γράψεις ή να διαβάσεις, κι ο Θεός χορεύεις Κότσαρην στην καρδιά σου, βγαίνω να πιω μια βότκα. Είναι η ώρα δύο περίπου. Περπάτησα, περνώ τα περίπτερα με τα κόμιξ, τα Goodies, τα McDonald' s -αυτά παν πακέτο- και μπαίνω σε ένα μπαράκι. Ο ιδιοκτήτης, ξάδερφος ενός κολλητού μεγαλύτερου, χαιρετά βιαστικά ανώ κάτι λέει έντονα με μια ψηλή. Η μπαργούμαν με καλησπερίζει και με ρωτά αν είναι βότκα. Της απαντώ με ύφος αλκοολικού συγγραφέα από φιλμ, σκέτη ξεφτίλα λέμε, πιο βλακώδες στιλ δεν υπάρχει. Τουλάχιστον από τότε που' γίνε κλισέ.

Είμαι στη δεύτερη βότκα κι αρχίζω να νιώθω πολύ καλύτερα. Η ανησυχία έφυγε, είμαι ασφαλέστερος, και μπορώ να ανατιμετωπίσω τα πάντα ψυχραιμότερα. Μπαίνει μια παρέα γυναικών. Χα. Χα. Χα. Χι. Χο. Χε.

Η κ. Μαρία βρίσκεται μεταξύ αυτών όπως ο συνταγματάρχης διοικητής μονάδος ανάμεσα σε λοχαγούς. Αγέρωχη, ευγενική με όλους, χαιρετά το αφεντικό με σύνεση. Αυτός παρατά, πετώντας, την ψηλή και τρέχει να πλύνει με τα σάλια του το έδαφος που θα περάσει η κ. Μαρία. "Σιγά, ρε μαλάκα, θα γκουρλωθείς" σκέφτομαι. Τι Καραγκιόζηδες που υπάρχουν, ρε πούστη μου! Όταν περάσει απ το χέρι μου θα τους κόψω τα πουλιά και θα τους δέσω σε πλατεία, να τρων σφαλιάρες. Η κ. Μαρία, πάντα ευγενική, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κουβέντα, αν και το χαμόγελο που του έσκασε ψιλοείχε μια δόση, δοσούλα, ερωτισμού. Χμ... Ζηλεύω. Εγώ δε θα μπω στην ουρά να χαιρετίσω, σαν αρχιμαλάκας, την βασίλισσα. Ζήτω ο Μπετόβεν, κάτω ο Γκαίτε. Θάνατος στους σφουγγοκωλάριους της εξουσίας και της δύναμης.

Κάθομαι καλά, πολύ κυριλέ, και συνεχίζω την βότκα. Κάποια στιγμή η κυρία με βλέπει. Τη βλέπω που με βλέπει. Δεν αντιδρώ. Κάνω το σοβαρό. Βλέπω με την άκρη του ματιού μου πώς, ευγενικά, κάνει στην άκρη τον κολλιτσίδα που την πλεύρισε, κι έρχεται κοντά μου. Εδώ θα δείξω πόσο κουλ είμαι. Αν κρίνω από τον άντρα που διάλεξε αυτή η γυναίκα για σύντροφο ζωής, δεν θέλει σφιγμένους, θέλει να είναι, κανείς, στον κόσμο του. Κάθεται στο διπλανό σκαμπό. Όπα. Τι είναι αυτά; Νιώθω να μου σηκώνεται. Λίγο προτού κάτσει, κατάφερα να βάλω τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπό μου, όπως κάνει κάποιος από κούραση ή απελπισία. Λίγο φτηνό θέαμα, αλλά πέστε μου, αν με αυτή τη γυναίκα έχεις ψυχραιμία, στην ηλικία μου, να κάνεις κάτι καλύτερο. Εδώ, σαραντάρηδες, και ρεζιλεύονται.

-Σου συμβαίνει τίποτα, μωρό μου;

Αυτά τα "Αγάπη μου", " Μωρό μου", τα έχει ψωμοτύρι, η ρουφιάνα.

Σηκώνομαι ξαφνιασμένος.

-Ε; Ω, κυρία Μαρία, συγγνώμη, πότε ήρθατε; Δε σας είδα.

-Τόσο αδιάφορα περνάω στο πλήθος; Εγώ νόμισα πως έχω... Πώς το λέει ο Στέλιος; Εκτόπισμα.

-Μπα, μάλλον είστε μια μετριότητα.

-Χα. Δεν το πιστεύω, τι ακούω από τον πιτσιρικά.

Σ' αυτά είμαι πολύ γάτα. Όταν μεγαλώσω κι αποκτήσω κοινωνικό στάτους κι εξουσία, θα είμαι ο πιο άνετος πλούσιος του Κόσμου. δεν ξεπέφτω σε φτήνιες, σκέφτομαι. Ήδη βρίσκομαι μισοκαβάλα στ άλογο.

Η Μαρία, -η κυρία Μαρία δηλαδή, που απόψε ελπίζω να γίνει Μαρία- φωνάζει μια κολλητή της.

-Κική, άκου τι λέει ο φίλος της κόρης μου. Ότι είμαι μια μετριότητα.

-"Καλά, δεν ντρέπεσαι; Η Μαρία μετριότητα; Αν δεν την ήξερες και την έβλεπες στο δρόμο αυτό θα σκεφτόσουν;" Ξηγιέται η Κική -άκου όνομα.

-"Τι θα σκεφτόταν το παιδί, αν έχει μια γκόμενα σαν την Κατερίνα, εμένα θα κοιτάξει", μιλά η δήθεν μάνα-κυρία Μαρία.

Ρε πούστη μου, σαν πολύ δεν παραχοντραίνει το παιχνίδι; Λίγο πιο σιγά δε μπορούμε να το εξελίξουμε, να έχω κι εγώ έναν έλεγχο;

-"Τι κάνεις, μόνος σου, εδώ, απόψε" με ρωτά εκπνέοντας στ αυτάκι μου.

-Δεν έχω ύπνο.

-Δε μαλώσατε με την Κατερίνα, την είδα μια χαρά.

-Όχι, απλά με πιάνει η άνοιξη.

-Σε κουράζει η μικρή μου;

-Ε, ξέρετε πώς είστε, οι γυναίκες.

-Εσύ ξέρεις;

Ε, αφεντικό του σύμπαντος, σε παρακαλώ, κάνει κράτει. Δεν είναι ταινία, είναι ζωή, και δεν προλαβαίνω. Τι να πω τώρα;

-Φαίνομαι να ξέρω;

Είναι μεγάλο χάρισμα να λες τέτοια πράγματα με ύφος που δείχνει ότι είσαι σπουδαίος και κουλ, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας βλάκας. Δε ξέρω τι φαίνεται απ έξω κανονικά, αλλά μένα μου κάνει για πολύ στιλ.

-Θα πιεις από μένα ένα, ή ήθελες να φύγεις;

-Τώρα που ήρθατε θα φύγω;

-Ωραία.

Λοιπόν, αυτό χαμόγελο δεν το ξανάειδα στην κ. Μαρία. Ίδιο με της κόρης της. Μυστήριο πράγμα. Λες να γίνει έτσι και Κατερίνα; Αν είναι, να επενδύσω, βρε αδερφέ. Αρκεί να μη μου τη χαλβαδιάζει όλη η πόλη, ενώ εγώ μαζεύω δίσκους κλασικής μουσικής. Διότι, εγώ ξέρω, δε θα είμαι σα το Στέλιο. Θα τα πάρω, και θα μειώσω τον εαυτό μου, και σίγουρα θα μου τα φορέσει. Και τότε θα γελάν όλοι μαζί μου, και πιο πολύ οι μαλάκες που σαλιαρίζουν στα μπαρ.

-Βάλε ένα του Απόστολου, ό,τι πίνει.

Και το πίνουμε παρέα. Η ώρα περνά χαλαρά με τη συζήτηση να πάει στο τι θέλω να κάνω, στο τι με πειράζει... Η κ. Μαρία έχει κύρος διότι ποτέ δεν μιλά για τον εαυτό της. Πάντα εξετάζει αυτά που της λεν οι άλλοι. Αυτό θα το κρατήσω για όταν μεγαλώσω.

Σιγά-σιγά οι ελεεινοί σαλιάρηδες, τα σκουλίκια του νεκροταφείου, πλησιάζουν με γαμψά νύχια προς το μέρος μας. Σαφώς ενοχλημένοι που η θεά της πόλης δεν κάνει παρέα μαζί τους, με κυττούν με μίσος. Πόσο φοβάμαι, Θε μου... Αυτοί είναι ικανοί να με λιντσάρουν σα Νέγρο που φίλησε Λευκή. Ρε πούστη, μην τύχει και προκόβει άνθρωπος σ' αυτή τη χώρα. Αμέσως, να τον φαν.

Η κ. Μαρία τους αντιλαμβάνεται, αλλά έχει σιγουριά. Κι εγώ, αν με ήθελε μισό εκατομμύριο συμπολίτες μου α με γαμήσουν κι ήμουν παντρεμένη γυναίκα, να δεις σιγουριά που θα' χα. Τώρα θέλουν να με γαμήσουν όλοι οι άντρες του μαλακισμένου κωλόμπαρου, αλλά στο ξύλο.

Σταματώ.

-Κυρία Μαρία...

- Κεριά, λιβάνια, κι εξαπτέρυγα.

"Μαρία", χα, να το πρώτο! Το πα στη ζωή είναι να έχει στόχους. "Νομίζω πως οι παρέες σας θα με γδάρουν, που σας στερώ".

-Σιγά τις παρέες. Μιλάω με το αγόρι της κόρης μου.

-Α, με καταϋποχρεώνετε, θέλω να πω, με καταϋποχρέωσες. Αν δεν ήμουν φίλος της Κατερίνας δεν θα είχες τίποτα να μου πεις. δεν χρειάζεται να κάνετε οικογενειακή υποχρέωση, συγγνώμη, "Να κάνεις" ήθελα να πω. Είναι αργά τη νύχτα.

Αυτό το είπα, αλλά με τόσο σταρχιδισμό και πλακατζήδικη διάθεση, που δεν πέρασε διόλου ως γκρίνια.

-Άντε, Μαρία, έλα να σε δούμε λίγο! Κάθεσαι με τον Παλαμά τόση ώρα, θα σε ζαλίσει!

Εδώ ήταν. Στις κλειστές κοινωνίες πρέπει να είσαι ζώον. Παλαμά με βγάλαν αυτοί οι μαλάκες φίλοι του ξαδέρφου, επειδή καμιά φορά κάθομαι στη μπάρα με χαρτί και σημειώνω κάνα στιχάκι, μαλακίες δηλαδή. Αλλά εδώ ήταν βρώμικο.

Η Μαρία δεν αντιδρά. Καταλαβαίνει ότι τσαντίζομαι.

-Παλαμά, γράψε κάναν στίχο εσύ, η κ. Μαρία θα έρθει να χορέψουμε!

-"Ρε, δεν πας να γαμηθείς;" Του λέω.

Η Μαρία με κοιτά και χαμογελά.

-"Κοίτα το μικρό που πήρε κι αέρα. Πιπέρι στο στόμα θα σου βάλω", απαντάει αμήχανα ο λεχρίτης.

-Πάρε και βάλε τίποτ άλλο στο στόμα. Σε κάλεσε κανείς, ρε;

Και κει που πάει να μου τσιμπήσει με τρόπο χυδαίο το μαγουλάκι, του χώνω μια μπουνιά.

Η Μαρία σαστίζει.

-Απόστολε! Ρε Μάριε, τι θες, σε πείραξε το παιδάκι;

-"Μαλακισμένο, θα φτύσεις το γάλα της πουτάνας της μάνας σου..." Κάνει ο Μάριος,

Από κοντά πέφτουν όλοι οι γεροσαλιάρηδες του μαγαζιού, με προεξάρχοντα τον καταστηματάρχη, τον αρχιγύφτο, να με απειλούν. Η Μαρία είναι μπροστά μου και τους κρατά σε απόσταση. Λες και και τη φοβούνται μην τους δείρει, οι μουνόδουλοι. Ρε πούστη, άλλο να είσαι μουνολάτρης και άλλο μουνόδουλος. Το πρώτο είναι πάθος, το δεύτερο σκέτη γλίτσα.

Οι φίλες της Μαρίας πέφτουν στους μαλάκες και τους βρίζουν. Γίνεται της πουτάνας. Πάνω στην αναμπουμπούλα βρίσκω ευκαιρία και χώνω μια γερή φάπα στο Μάριο. Προτού προλάβει και με σκοτώσει στο ξύλο, με βουτάει από το χέρι η Μαρία και την κάνουμε.

Αφήνουμε πίσω, ένα μαγαζί μπουρδέλο.

Μπαίνουμε στο αμάξι της. Ξεκινά. Χτυπά κινητό, η Μαρία κοιτά ποιός είναι.

-Έλα. Ναι. Μπήκαμε στ αμάξι και φύγαμε. Βρε δεν παν να πνιγούν οι κομπλεξικοί... Τον πρόσβαλαν πρώτοι... Και λίγες τους έριξε... Ναι... Χα... Τα λέμε.

Δεν πιστεύω σ' ό,τι ακούω.

-Συγγνώμη για αυτό που έγινε, αλλά δεν το αξίζω να μου μιλά έτσι, ο μαλάκας.

-Πού θα πάμε;

-Όπου θες.

-Όπου θέλω;

Φρέναρε. Με κοιτά καχύποπτα.

-Τι συμβαίνει;

Κοιτά λίγο πιο κάτω από το κεφάλι μου, κι ακόμα λίγο πιο κάτω, και χωρίς να κοιτάξει το σώμα της, κατορθώνει και βλέπει κάθε σημείο και των δύο μας.

Με κοιτάζει πολύ ώρα στα μάτια.

Είμαι κατακόκκινος, είμαι σε στύση, είμαι χάλια, είμαι καλά.

Με κοιτά. Θε μου. Πόση ώρα; 2 ώρες, 3 ώρες.

Ξημερώνει κι ακόμα με κοιτά.

Το ράδιο έχει παίξει ό,τι υπάρχει σε ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, έχει πει ειδήσεις, έχει πει χορηγούς, έχει πει την ώρα.

Περνάει το πρώτο λεωφορείο. Κι ακόμα με κοιτά.

Ο ήλιος είναι ντάλα, τελείως πρωί.

Δε βλέπω πια τη Μαρία, δεν υπάρχει Μαρία. Έχω το ζαλισμένο βλέμμα αυτού που κάνει έρωτα, που δεν έχει κανονικό ρόσωπο μπροστά του, αλλά κάτι ούτε θηλυκό ούτε αρσενικό, αλλά το εν μέρος του όλου.

Η Μαρία βάζει μπρος και φεύγουμε.

-Καλημέρα.

-Καλημέρα.

-"Καλή δουλειά" της λέω.

Καλά ήταν, αλλά αυτό ήταν. Παραπάνω δε γίνεται.

-"Να ξεκουραστείς" λέει.

Πάω να βγω.

-Να σου πω.

Γυρίζω.

-Κλείσε τη πόρτα.

Οδηγεί λίγο πιο κάτω. Στρίβει σ' ένα αδιέξοδο. Κοιτά δεξιά-αριστερά και μπρος-πίσω, κι αρχίζει να με φιλάει.

-Καλημέρα. Πήγαινε.

Βγαίνω σαν υπνωτισμένος απ' το αμάξι.

Το αυτοκίνητό της απομακρύνεται.

Κατά το μεσημέρι παίρνω ένα μήνυμα. "Ήθελα πολύ καιρό να δω πώς φιλούν την κόρη μου. Τώρα ησύχασα. Θα μας αντέξεις και τις δυο, για λίγο;"

Για την κόρη δεν ξέρω, δεν το κόβω μάγκες μου, αλλά την κυρία Μαρία... Της δίνω και το ένα μου πόδι. Δύο... Τρία... Θα δανειστώ να δώσω... Χα.